Ξαφνικά όλα άλλαξαν στον προγραμματισμό για τις διαπραγματεύσεις που θα αφορούν τις αλλαγές στις εργασιακές σχέσεις, με τους δανειστές να απαιτούν άμεσες συζητήσεις και την ελληνική πλευρά να σπεύδει να ικανοποιήσει τις εντολές. Σήμερα λοιπόν εκκινεί η διαπραγμάτευση για τη β΄ αξιολόγηση.
Μάλιστα σήμερα, την ώρα που η κυβέρνηση υποδέχεται τον Αμερικανό πρόεδρο στην Αθήνα, η νέα υπουργός Εργασίας Εφη Αχτσιόγλου, όπως και οι υπόλοιποι υπουργοί, θα διαπραγματεύεται με τους δανειστές μας για τις αλλαγές στα εργασιακά.
Είναι τέτοια η βιάση των δανειστών, ώστε ανέτρεψαν το πρόγραμμα (είχε οριστεί συνάντηση με τα τεχνικά κλιμάκια για αύριο για να προετοιμαστεί το έδαφος) αλλά και τα συμφωνηθέντα (ξαφνικά δήλωσαν ότι δεν χρειάζεται να υπάρξει υπόμνημα με τις θέσεις της ελληνικής πλευράς). Πάντως εδώ τα πράγματα είναι συγκεχυμένα, αφού άλλες πληροφορίες αναφέρουν ότι το υπόμνημα εστάλη (άλλωστε ήταν έτοιμο προς αποστολή ακόμη και επί ημερών Κατρούγκαλου) ως προσχέδιο, με τους θεσμούς να το αποστέλλουν πίσω ως ανεπίδεκτο συζήτησης.
Οπου και να βρίσκεται η αλήθεια, το θέμα είναι ότι σήμερα θα υπάρξει μια πρώτη ώσμωση για τις αλλαγές στα εργασιακά (δεδομένης της ταχύτητας με την οποία θέλουν να κλείσουν τη β΄ αξιολόγηση οι δανειστές μας) και θα διακριβωθεί γιατί τελικά εκπαραθυρώθηκε ο «σκληρός» Γ. Κατρούγκαλος από το υπουργείο.
Οπως και να ’χει, τουλάχιστον στις τηλεοπτικές και σε εφημερίδα τοποθετήσεις της η κ. Αχτσιόγλου προσπαθεί να δείξει ότι θα κινηθεί στη γραμμή Κατρούγκαλου και θα πάει στη διαπραγμάτευση με όπλο το πόρισμα της Επιτροπής Σοφών, το οποίο έχει συμφωνηθεί να αποτελέσει τη βάση της διαπραγμάτευσης.
Το αν τελικά η κ. Αχτσιόγλου παραμείνει «σκληρή» όπως ο προκάτοχός της ή αν θα σκύψει το κεφάλι στις νεοφιλελεύθερες απαιτήσεις των δανειστών μας ώστε να τελειώσει γρήγορα η β΄ αξιολόγηση, όπως επιμένουν οι κακές γλώσσες, θα φανεί στο αποτέλεσμα και τι νέα προβλήματα θα φέρει αυτό στις πλάτες των εργαζομένων και κατά συνέπεια στην πραγματική οικονομία.
Τέλος, για την ελληνική πλευρά η σημερινή συζήτηση θα επιχειρηθεί να επικεντρωθεί σε 4 θέματα:
■ την επαναφορά των συλλογικών διαπραγματεύσεων (οι δανειστές θέλουν να παραμείνει ο καθορισμός του κατώτατου μισθού στον εκάστοτε υπουργό Εργασίας),
■ την επεκτασιμότητα των συλλογικών συμβάσεων εργασίας και δη των κλαδικών (οι δανειστές εμφανίζονται ανυποχώρητοι στην υπερίσχυση των επιχειρησιακών συμβάσεων),
■ τη διατήρηση ως έχει του ποσοστού ομαδικών απολύσεων (σήμερα είναι μέχρι 6 εργαζομένους, προκειμένου για επιχειρήσεις ή εκμεταλλεύσεις που στην αρχή του μήνα απασχολούν από 20 έως 150 εργαζομένους, σε ποσοστό 5% του προσωπικού και μέχρι 30 εργαζομένους για τις επιχειρήσεις ή εκμεταλλεύσεις που απασχολούν περισσότερους από 150 εργαζόμενους), με τους δανειστές να θέλουν να επιβάλουν αύξηση του ποσοστού στο 10% (το θέμα πάντως αφορά ουσιαστικά τις τράπεζες και τις πρώην ΔΕΚΟ που πρόκειται να ιδιωτικοποιηθούν, αφού το 97% των επιχειρήσεων της χώρας απασχολούν λιγότερους από 20 εργαζομένους),
■ τη διατήρηση της απαγόρευσης της ανταπεργίας (lock out).
