Η λειτουργία των hotspots στην Ελλάδα και την Ιταλία όχι μόνο δεν έχει πετύχει τον διακηρυγμένο στόχο της διευκόλυνσης της διαδικασίας ασύλου σε χώρες πρώτης υποδοχής που δέχονται μεγάλο αριθμό προσφύγων, αλλά επίσης παραβιάζει το ευρωπαϊκό προσφυγικό δίκαιο, το διεθνές δίκαιο και τα δικαιώματα των προσφύγων και μεταναστών, όπως επισημαίνει η έκθεση «Η λειτουργία των hotspots στην Ιταλία και την Ελλάδα» που έκανε το Ολλανδικό Συμβούλιο για τους Πρόσφυγες σε συνεργασία με το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο για τους Πρόσφυγες και τους Εξόριστους (ECRE), το Ελληνικό Συμβούλιο για τους Πρόσφυγες, το Ιταλικό Συμβούλιο για τους Πρόσφυγες και τη γερμανική οργάνωση ProAsyl.
«Πολλοί νεοεισερχόμενοι έχουν παγιδευτεί σε παρατεταμένη κράτηση χωρίς πρόσβαση στο άσυλο, δεν έχουν πάρει σωστή ενημέρωση για να έχουν πρόσβαση στο άσυλο ή έχουν γρήγορα επιστραφεί λόγω της πολιτικής για τα hotspots.
Στα σίγουρα τα hotspots δεν έχουν βοηθήσει στην ανακούφιση της πίεσης στην Ιταλία και στην Ελλάδα […], αντιθέτως έχουν οδηγήσει σε αύξηση του αριθμού όσων περιμένουν στην Ιταλία και στην Ελλάδα, ενώ έχουν ζητήσει άσυλο και έχουν παγιώσει τις προκλήσεις και τις ελλείψεις που ήταν εγγενείς στο σύστημα του Δουβλίνου», σημειώνει η έκθεση.
Αν κάποιο στόχο έχουν πετύχει, σύμφωνα με τις προβλέψεις, τα hotspots τόσο στην Ιταλία όσο και στην Ελλάδα είναι η δακτυλοσκόπηση σχεδόν του συνόλου των νεοεισερχόμενων προσφύγων και μεταναστών, αν και η έκθεση επισημαίνει ότι η Ιταλία χρησιμοποιεί συχνά βία και μεθόδους εξαναγκασμού προκειμένου να καταγραφούν δακτυλικά αποτυπώματα.
Μακρύς κατάλογος
Το μεγαλύτερο πρόβλημα στην Ελλάδα εντοπίζεται στη μεγάλη καθυστέρηση της ένταξης στη διαδικασία ασύλου μετά την καταγραφή και ταυτοποίηση, που ολοκληρώνονται στο προβλεπόμενο διάστημα των λίγων εικοσιτετράωρων μετά την άφιξη.
Ακόμα όμως και στο στάδιο της πρώτης υποδοχής, σημειώνονται ελλείψεις ως προς τη σωστή ενημέρωση σε όλα τα στάδια της διαδικασίας, όπως επίσης ως προς την πρόσβαση σε δικηγόρο και κατάλληλη νομική βοήθεια που επιτρέπει στους πρόσφυγες και τους μετανάστες να προετοιμαστούν για τη συνέντευξη του ασύλου ή να αμφισβητήσουν σε δεύτερο βαθμό τις αποφάσεις της υπηρεσίας.
«Οι αιτούντες άσυλο είναι σε γενικό βαθμό κακά ενημερωμένοι και οι διαδικασίες ασύλου φαίνεται να μην είναι διαφανείς και συνεπείς», επισημαίνει η έκθεση.
Καταγράφει επίσης ανεπαρκείς διαδικασίες αναγνώρισης των ευάλωτων περιπτώσεων και των ανθρώπων με αναπηρία, και στην Ελλάδα εξαιρετικά ελλιπή αναγνώριση των θυμάτων τράφικινγκ, που απέχουν πολύ από το να θεωρηθούν υψηλής προτεραιότητας στη χώρα μας.
