Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Ακόμα ένα σχετικά παλιό, οπωσδήποτε κλασικό, και σαφώς ξεχασμένο έργο επανακάμπτει στη σκηνή μας σε μια αξιόλογη παράσταση, αποδεικνύοντας για ακόμη μια φορά πως ο χρόνος μάς επιτρέπει να ξαναδούμε όχι μόνο τις παλιές, αλλά και τις σημερινές μας ανάγκες.

Το «Πάρτι γενεθλίων» υπήρξε το δεύτερο στη σειρά ανεβάσματος και το πρώτο τρίπρακτο θεατρικό του Πίντερ και όπως λέει η ιστορία, όταν πρωτοπαρουσιάστηκε (1958) η ούτως ή άλλως πάντα ξινή απέναντι σε κάθε γαλλική μόδα βρετανική κριτική έσπευσε να το καταχεριάσει αναλόγως.

Από μια άποψη την κατανοώ: Το βρετανικό θέατρο εκείνη την εποχή ήταν ίσως το μόνο από τα μεγάλα δραματουργικά κέντρα που είχε μείνει απελπιστικά πίσω, χωμένο στις παλιές δόξες της μεσοπολεμικής εποχής, με τον μετρονόμο να χτυπά ακόμα τα μέτρα της δραματικής τεχνικής και τον νταλκά της βασιλικής λογοκρισίας να φοβερίζει πάνω από το κεφάλι του.

Σχεδόν ταυτόχρονα με εκείνη τη φοβερή κίνηση προς τα μπρος, που θα φέρει μια περίφημη αγγλική γενιά «οργισμένων» και το νησί τους για ακόμη μια φορά στο κέντρο του κόσμου, ο Πίντερ δοκιμάζει και αυτός με τον τρόπο του την υπομονή και το φλέγμα των συμπατριωτών του, τα όρια και το κεντρί τους.

Το αίτιο και η πράξη

Εκείνο που κατά βάθος τους πειράζει δεν είναι που γράφει περίεργα, και μάλιστα στο κλίμα των «καλών για τα καφενεία του Παρισιού» φιλοσόφων της αποκεί πλευράς της Μάγχης, είναι που γράφει με τόση εκνευριστική ασάφεια για Αγγλο.

Αν το καλοσκεφτούμε, επιφυλάσσει στο αγγλικό θέατρο ένα ιδιοφυές καψώνι: Τα πρώτα του έργα έχουν τη δομή, το κέλυφος ενός καλοφτιαγμένου αστυνομικού βουλεβάρτου, μια υπόθεση μυστηρίου σε κλειστά δωμάτια, ανάμεσα σε φύλλα τσαγιού, τυπικές κουβέντες και ύποπτους, πιθανούς δολοφόνους. Ενα τυπικά αγγλικό κουίζ για δυνατούς λύτες, που κάνει τον οποιοδήποτε να βουλιάξει στην καρέκλα του και να συμμετάσχει νοητικά στο κυνήγι του δολοφόνου.

Αλλά όχι εδώ, όχι στο «Πάρτι γενεθλίων» (που και ο τίτλος του ακόμα σε αστυνομική λογοτεχνία παραπέμπει). Πως υπάρχει «κάτι στην ατμόσφαιρα» είναι σαφές. Υπάρχει ενοχή και συγκάλυψη. Υπάρχει ο γνωστός κλειστοφοβικός κόσμος του εγκλήματος. Υπάρχει μια αφελής, γλυκιά οικοδέσποινα, υπάρχουν ακόμα και δύο απίθανοι ντετέκτιβ-λαγωνικά στο κατόπι πάντα του εγκληματία.

Και από εδώ ακριβώς ξεκινάει ο Πίντερ. Αγνοούνται το έγκλημα, το κίνητρο, το αίτιο και η πράξη. Από όλα τα παραπάνω απομένει μόνο μια πνιγηρή ατμόσφαιρα ενοχής που κατακλύζει το δραματουργικό του σύμπαν. Ολοι είναι πιθανοί ένοχοι και κατά κάποιον τρόπο όλοι έχουν κάποιο είδους «φόνου» στην πλάτη.

Η αίσθηση της ενοχής, της αμαρτίας ή του αμαρτήματος είναι μέρος της τραγικής υπόστασης, πλάθεται μαζί μας και ακολουθεί τον πολιτισμό μας. Και αντιστρόφως: για το σύστημα των αξιών στο οποίο ανήκουμε, όλοι οφείλουμε να απολογηθούμε για κάτι: οι καλοί χριστιανοί, οι καλοί οικογενειάρχες, οι καλοί πατριώτες, οι καλοί δανειολήπτες…

Ανήσυχα πράγματα. Εμείς εξακολουθούμε να θέλουμε τον δολοφόνο να ξεσκεπάζεται με σίγουρα και ακλόνητα επιχειρήματα, κυρίως θέλουμε στο τέλος να ομολογεί δημοσίως την πράξη του. Τίποτα τέτοιο δεν συμβαίνει στο «Πάρτι».

Ο Πίντερ κρατάει όλες τις μπάλες στον αέρα μέχρι τέλους με απίστευτη δεξιοτεχνία (ήταν τότε μόνο 27 χρόνων!) κι είναι ασφαλώς αδύνατον να φύγει κανείς από το θέατρο ακόμη και σήμερα χωρίς να θεωρήσει πως έχει βρει τη «λύση του μυστηρίου», ότι ανακάλυψε πρώτος αυτός παγκοσμίως τι θέλει να πει το έργο, ποιο είναι το περιβόητο έγκλημα του κακόμοιρου Στάνλεϊ, προς τι το πάρτι, τι αναζητούν όλοι αυτοί από πίσω του…

Ο Πίντερ μας έπαιξε άσχημο παιχνίδι: μέσα στην ασάφεια με την οποία επικαλύπτεται μια κατά τα άλλα κατανοητή και προβλέψιμη κατάσταση, εγκληματίας δεν θεωρείται πια ο ουδείς αλλά ο πας ένας: Κατά τεκμήριο και κατ’ εξακολούθηση εγκληματίας σε ένα σύστημα που τον ανέθρεψε και τον κάλυψε.

Μη γελιόμαστε όμως. Το αίμα νερό δεν γίνεται κι ακόμα και ενάντια στο αγγλικό βουλεβάρτο, ο Πίντερ πάλι Αγγλος είναι. Σε αυτόν ιδιαιτέρως, τα παραπάνω δύσθυμα κάνουν ένα πολύ ευχάριστο θέατρο. Η παράσταση που σκηνοθέτησε με την επιστροφή του στην Αθήνα ο Δημοσθένης Παπαδόπουλος θέλει να μεταφέρει το ίδιο το αόρατο «έγκλημα» σε «κοινή θέα», σε ένα δεύτερο επίπεδο θεατρικότητας.

Βάζει λοιπόν τους θεατές να κάθονται και περιμετρικά της σκηνής (απέναντι στα λιτά και πάντα αναγνωρίσιμα σκηνικά και κοστούμια του Νίκου Αναγνωστόπουλου). Η ιδέα δημιουργεί πιθανόν κάποια προβλήματα θέασης σε ορισμένους, είναι όμως αδιαμφισβήτητα καλή. Οπως κι η σκέψη του να ακουμπούν τα πρόσωπα σε μια καθαρά ρεαλιστική γραμμή, κάνοντάς μας να περιμένουμε από στιγμή σε στιγμή την ανακουφιστική «εξήγηση» του νοήματος πίσω από όλα.

Τραγικές μορφές

Εχει στα χέρια του έναν αληθινά πολύ καλό θίασο. Η Μίνα Αδαμάκη είναι ιδανική Μεγκ: τρομακτική πίσω από την πορσελάνινη ευθραυστότητά της και, μα τον Θεό, αν υπήρχε δολοφόνος στο έργο, θα ήταν νομίζω αυτή. Σπουδαίο αστυνομικό δίδυμο οι Αλέξανδρος Μούκανος και Γιώργος Κοψιδάς. Σωματικά και χαρακτηρολογικά δημιουργούν το αρχέτυπο ζευγάρι των «μπάτσων»: νέου και παλιού, καλού και κακού, μυημένου και πρωτάρη.

Σε αυτούς πάνω κολλάει και η εξίσου «τυπική» μορφή της Δήμητρας Κόκκορη: σέξι, μπανάλ και σάρκινη: Σε άλλο έργο, είναι αυτή που θα πέθαινε πρώτη… Ξεχώρισα επίσης τον εξαιρετικό Φώτη Αρμένη στον ρόλο του Πιτ. Στον δικό του ρόλο του απόμακρου και «ήσυχου» συζύγου, μην ξεχνάμε, ανήκει μια από τις σπουδαιότερες φράσεις του Πίντερ. Τόσο απλή και τόσο αιφνιδιαστικά διατυπωμένη: «Στάνλεϊ, μην τους αφήσεις να σε κάνουν ό,τι θέλουν!». Να πως ο υπαρξιστής του ’50 μετατρέπεται με μια κραυγή στον πολιτικό συγγραφέα του ’60.

Στο τέλος βέβαια η ίδια η μορφή του Στάνλεϊ από τον Ακι Βλουτή. Εχω πει και άλλες φορές ότι αυτός ο ηθοποιός (αν δεν κάνω λάθος, συνεχώς υποψήφιος για βράβευση τα τελευταία χρόνια) πρέπει να ενταχθεί κάποτε στις εθνικές μας δυνάμεις. Η ερμηνεία του είναι για ακόμη μια φορά πολύ έντονη, πολύ μεγάλη για τόσο μικρό θέατρο – θέλει μεγαλύτερη σκηνή, μεγαλύτερη παραγωγή. Ξεκινά ήδη ριψοκίνδυνα από τις πιο ψιλές συχνότητες.

Και στο τέλος περιφέρεται μπροστά μας λοβοτομημένος, αποδομημένος, μακάριος σαν έκθεμα της δικής μας μακαριότητας ενώπιον της βίας που κάθε μέρα βλέπουμε και δεχόμαστε και αναπαράγουμε έξω από τα θέατρα… Εντύπωση φρίκης και μεγαλείου, τραγική κραυγή σιωπής… Φαντάζομαι πως κάποια παιδιά στην πλατεία θα μεγαλώσουν κουβαλώντας τη δική του εντύπωση σαν πετράδι.