Αυτός που παίρνει τη ζωή του πολύ στα σοβαρά (κάπου κάπου λέει και κάνα ανέκδοτο για να δηλώσει ότι έχει σχέση με το χιούμορ) αυτομάτως δηλώνει ότι έχει δώσει νόημα στη ζωή του – και πέραν τούτου ουδέν.
Διαλλακτικός τάχα πάντα, σοβαρός συνομιλητής, πράος, με ενδιαφέρον (που είναι όμως κίβδηλο) για τους απέναντί του, τους «αντιπάλους» του, σεβάσμιος και επιτυχημένος στον τομέα του. Ψυχρός υπολογιστής ταυτόχρονα, με μόνη του έγνοια τη διατήρηση και την παράλληλη εξάπλωση του κύρους του.
Τούτη η στάση δεν είναι τίποτα άλλο από τις επιταγές της σύγχρονης πολιτικής οικονομίας που πρεσβεύει ότι το νόημα είναι στον ίδιο τον εαυτό του καθενός και δεικνύει σαν απόσταγμα της φύσης της οικονομίας τα αυστηρά ιδιωτικά δίκτυα του καθενός.
Σύμφωνα με τους θεωρητικούς της αποανάπτυξης, της αυτονομίας, της πολιτικής οικολογίας και πολλών άλλων εναλλακτικών κινημάτων, το νόημα του κάθε υποκειμένου δεν βρίσκεται στον εαυτό του, αλλά στις κοινωνικές σχέσεις.
Θα συμφωνήσω, αρκεί το κάθε υποκείμενο να έχει αποδεχτεί τη νηφαλιότητα ως μέσον και προϋπόθεση για την ανάπτυξη των κοινωνικών σχέσεων.
Δεν χρειάζεται κάποιος να επιβληθεί σε κάποιον ή κάποιους άλλους για να καταξιωθεί ως προσωπικότητα, αντιθέτως μια τέτοια επιθυμία (ή βούληση) απλώς διαιωνίζει τον καταποντισμό της παιδείας, της ελευθερίας και της αλληλεγγύης (συνύπαρξης).
Το μέγα πρόβλημα είναι η ικανότητα του συμπορεύεσθαι, η παραίτηση από μεγαλομανίες και εξουσιολαγνείες, η εκρίζωση της ματαιοδοξίας (και όχι της φιλοδοξίας).
Δεν φαίνεται και τόσο απαραίτητο να παίρνουμε τη ζωή στα σοβαρά˙ υπάρχουν εκεί έξω οι χαρές της ελευθερίας και της χαράς ακόμη, και όταν δεν μπορείς να αντεπεξέλθεις οικονομικά, ακόμη κι αν είσαι άνεργος – όταν είναι αβάσταχτο το βάρος της επιβίωσης.
Ποιος να περίμενε ότι νόημα σήμερα σημαίνει πρωτίστως επιβίωση. Παρ’ όλα αυτά, αρκετοί βγάζουν τη γλώσσα στη σοβαροφάνεια, στους «γκουρού» του νοήματος, στους αγέλαστους έγκυρους. Αρκεί.
Ενδιαφέρον έχει να εγκαταλείψει κανείς το αρρωστημένο (διότι υπάρχει και υγιές) «εγώ» του και να συμπλησιάσει το «μερικοί εμείς» – διότι το σκέτο «εμείς» είναι τόσο αδιανόητο όσο το σκέτο «εγώ».
Οταν εμφανίζονται τέτοια «εγώ» υπάρχουν ελπίδες να βελτιωθεί η παρέα, η κοινότητα, ο χώρος εργασίας, η πόλις, η χώρα ολόκληρη.
Τους βλέπεις παντού τους έγκυρους σοβαροφανείς. Αγέλαστοι, ανέκφραστοι, υποτονικοί, ξινοί, στρυφνοί, άτεγκτοι, δύσθυμοι και ταυτόχρονα τόσο μα τόσο ευγενικοί και αφηγηματικοί – λες κι έχουν σπουδάσει το φαίνεσθαι, αδιαφορώντας επιδεικτικά για ’κείνο το κακόμοιρο το είναι, όπως και για κάθε αυτόνομο θεσμό που θα εξήρε την αγχιβασίη (πλησίασμα) του Ηράκλειτου.
Τι να πεις μ’ όλους αυτούς τους περίεργους; Πώς να ανταλλάξεις δυο λόγια συμπάθειας (της προκοπής); Δεν μιλάμε για ιδεολογική συνάντηση, αυτό πια… αλλά για μια ζεστή, ανθρώπινη, αμοιβαιότητα στη συνοδοιπορία.
Κι αυτό φαίνεται δύσκολο, αλλά οι ελπίδες πρέπει να είναι πάντα στο στόχαστρο. Τίποτα· λιγότερο άγχος και δήθεν – όλα θα γίνουν καλύτερα ακόμη και μέσα στην ασφυξία.
