Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

«Τα οργανωτικά ζητήματα είναι κατ’ εξοχήν πολιτικά ζητήματα». Η φράση αυτή έβγαινε από τα χείλη κομματικών στελεχών με μακρά εμπειρία στους σχηματισμούς της Αριστεράς. Πράγματι, η βασική πολιτική σύγκρουση στο 2ο Συνέδριο του ΣΥΡΙΖΑ έγινε με αφορμή ένα ζήτημα οργανωτικό.

Το παράδοξο είναι ότι η κόντρα δεν κορυφώθηκε ανάμεσα σε διαφορετικές τάσεις, αλλά ανάμεσα στον Αλέξη Τσίπρα και το σύνολο των κορυφαίων στελεχών. Με τον πρόεδρο του κόμματος και πρωθυπουργό να κερδίζει ύστερα από μια διαδικασία που μερικούς άφησε αδιάφορους, αλλά άλλους τούς προξένησε δυσφορία.

Ας πιάσουμε τα πράγματα από την αρχή. Ο αριθμός των μελών της εκάστοτε Κεντρικής Επιτροπής αποφασίζεται από το εκάστοτε συνεδριακό σώμα. Στη σχετική ψηφοφορία το Σάββατο αργά το βράδυ δεν εμφανίστηκαν προβλήματα, ενώ οι διαχωριστικές γραμμές ανάμεσα στις τάσεις ήταν ασαφείς.

Η Ενωτική Κίνηση υποστήριξε την ανάγκη να μειωθεί ο αριθμός των μελών σε 151, οι 53+ πρότειναν να παραμείνει 201, ενώ έθεσαν και το ζήτημα της ποσόστωσης του 25% ως βασικό κριτήριο για την επιλογή τους. Εν τέλει κυριάρχησε η πρόταση για 151, ωστόσο όλα έδειχναν ότι η μάχη θα δοθεί γύρω από την παραπάνω ποσόστωση.

Η ουσία του ζητήματος

Τι αφορούσε αυτή η ποσόστωση; Προέβλεπε ότι έμμισθα κυβερνητικά στελέχη μπορούν να καταλαμβάνουν το πολύ το 25% των θέσεων της Κεντρικής Επιτροπής. Μέχρι εδώ όλα καλά. Αυτή η πρόβλεψη, όμως, θα έπρεπε να αφορά και τους βουλευτές ή όχι; Εκεί η συζήτηση περιπλέχτηκε υπερβολικά.

Η πλειοψηφία των στελεχών της αρμόδιας επιτροπής άλλαξε άποψη πριν από την έναρξη της διαδικασίας και τελικά υποστήριξε την αρνητική άποψη. Οι σύνεδροι, όμως, δεν ακολούθησαν και ψήφισαν «ανάποδα», δηλαδή οι βουλευτές να υπόκεινται στην ποσόστωση.

Σωστό μπλέξιμο, το οποίο εντάθηκε όταν ανέλαβε δράση ο Αλέξης Τσίπρας. Ενόσω η διαδικασία αφορούσε την ψήφιση των θέσεων και της πολιτικής απόφασης του συνεδρίου, ο πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ ανέβηκε στο βήμα και είπε ότι σε διαδικαστικά θέματα η συζήτηση μπορεί μερικές φορές να μπερδεύει αρκετούς και άλλοι να μην κατανοούν τι ψηφίζουν.

«Αν έχετε αυτή την άποψη που ψηφίσατε, τότε πάω πάσο, αλλά αυτό που ψηφίσατε είναι ενάντια στην πρότασή μου», είπε, ζήτησε να επαναληφθεί η διαδικασία της επιχειρηματολογίας της κάθε πλευράς και απέδωσε την εξέλιξη στους χειρισμούς του προεδρείου.

Μπροστά σε μια κατάσταση που λίγο ήθελε να ξεφύγει, ο Δημήτρης Βίτσας ανέβηκε στο βήμα και με ένα διαδικαστικό σκεπτικό, προσπάθησε να παραπέμψει το ζήτημα στο επικείμενο καταστατικό συνέδριο, ενώ σημείωσε ότι το θέμα δεν έπρεπε εξ αρχής να τεθεί σε ψηφοφορία. Αρα, όπως είπε, η προηγούμενη ψηφοφορία έπρεπε να θεωρηθεί μη γενόμενη. Το προεδρείο αρχικά φάνηκε να δέχεται το σκεπτικό.

Ο Αλέξης Τσίπρας ανέβηκε, όμως, δεύτερη φορά στο βήμα, αντέκρουσε το επιχείρημα Βίτσα, λέγοντας ότι το συνεδριακό σώμα είναι κυρίαρχο και επέμεινε να ξαναγίνει η ψηφοφορία. «Ζήτησα το προεδρείο να ξαναβάλει το ζήτημα σε διαδικασία επειδή είναι σοβαρό. Δεν διορθώνεται ένα λάθος με ένα άλλο λάθος», είπε ο πρόεδρος του κόμματος. Οπερ και εγένετο.

Ακολούθησαν τοποθετήσεις που δείχνουν ότι οι «τασικές» γραμμές είχαν πλέον σβηστεί. Η Τασία Χριστοδουλοπούλου πρότεινε καμία καταστατική αλλαγή να μην ισχύσει αλλά να παραπεμφθούν όλες στο καταστατικό συνέδριο.

Ο Νίκος Παππάς επί της ουσίας συμφώνησε να πάει το ζήτημα στο καταστατικό συνέδριο, ωστόσο σημείωσε ότι οι βουλευτές έχουν εκλεγεί από τον λαό και πως δεν είναι δυνατόν αυτό να εκλαμβάνεται ως «αρνητικό φορτίο».

Ο Παύλος Πολάκης πρότεινε η ψηφοφορία να γίνει κανονικά. Και ο Δημήτρης Παπαδημούλης πρότεινε να πραγματοποιηθεί η ψηφοφορία και η εφαρμογή όλων να κριθεί στο προσεχές καταστατικό συνέδριο.

Ολα αυτά λίγη σημασία είχαν τελικά. Ολη αυτή την ώρα, σύμφωνα με κομματικά στελέχη, η δυσαρέσκεια αυξανόταν για τους χειρισμούς Τσίπρα, ενώ περίπου το 1/3 των παρόντων συνέδρων είχε ήδη αποχωρήσει νωρίτερα.

Τελικά οι σύνεδροι ξαναψήφισαν και ενέκριναν την πρόταση Τσίπρα. Με άλλα λόγια, οι βουλευτές δεν υπόκεινται πλέον στις ποσοστώσεις που αφορούν τα έμμισθα κυβερνητικά στελέχη (εκτός φυσικά αν είναι υπουργοί, υφυπουργοί κ.λπ.).