Ας μου συγχωρέσουν οι αναγνώστες/ριες μια παραπομπή σε δικό μου κείμενο. Το προηγούμενο άρθρο μου στην «Εφ.Συν.», που είχε τίτλο «Το 2ο συνέδριο του ΣΥΡΙΖΑ» (11.10.2016), τελείωνε ως εξής: «[…] Και το αν είναι “αρχηγικό” ή όχι ένα κόμμα δεν εξαρτάται από τον αρχηγό, αλλά από το ίδιο το κόμμα».
Μόλις τέσσερις μέρες αργότερα, κατά το κλείσιμο του συνεδρίου το βράδυ του Σαββάτου 15 Οκτωβρίου, ο Αλέξης Τσίπρας παρενέβη και ζήτησε επανάληψη μιας ψηφοφορίας, επειδή, όπως είπε, έκρινε ότι δεν είχε δοθεί επαρκής προσοχή σε ένα τόσο σοβαρό ζήτημα, και επειδή, όπως επίσης επισήμανε, το αποτέλεσμα της ψηφοφορίας ήταν αντίθετο με μια δική του θέση που είχε διατυπώσει στην εισήγησή του.
Το προεδρείο αλλά και οι σύνεδροι, τελικά, έκαναν δεκτή την πρότασή του για επανάληψη και –το κυριότερο, μάλλον– η επανάληψη άλλαξε και το αποτέλεσμα της επίμαχης ψηφοφορίας.
Δεν θα κρίνω την παρέμβαση του προέδρου. Εχει το τεράστιο ελαφρυντικό ενός αριστερού ηγέτη που δέχεται κατακέφαλα ολόκληρη την πίεση των πιο επιθετικών δυνάμεων του διεθνούς καπιταλισμού και των εγχώριων συμμάχων τους. Σύμφωνα, άλλωστε, και με την καταληκτική θέση του προηγούμενου άρθρου μου, με απασχολεί πιο πολύ η στάση των συνέδρων, δηλαδή του ίδιου του κόμματος.
Μακάρι να αδικώ τους –πολλούς– συνέδρους που άλλαξαν γνώμη, αλλά δεν νομίζω πως μεταπείστηκαν από την ελάχιστη, χρονικά πιεσμένη και σε συνθήκες κόπωσης και εκνευρισμού διατυπωμένη επιχειρηματολογία που ακούστηκε πριν από την επανάληψη της ψηφοφορίας.
«Διαφωτισμός είναι η έξοδος του ανθρώπου από την ανωριμότητά του για την οποία φταίει ο ίδιος», είναι ο ορισμός που δίνει ο Καντ για τον Διαφωτισμό σε κείμενο του 1784. Διευκρινίζοντας λίγο πιο κάτω: «Φταίει γι’ αυτή την ανωριμότητά του ο άνθρωπος όταν η αιτία της έγκειται όχι σε ανεπάρκεια του νου αλλά στην έλλειψη της απόφασης και του θάρρους να μεταχειριστεί τον νου του χωρίς την καθοδήγηση ενός άλλου».
Ενας εύκολος ορισμός του σταλινισμού και του αριστερού δογματισμού γενικότερα θα μπορούσε να είναι: σταλινισμός ή αριστερός δογματισμός είναι η ερμηνεία εκείνη του μαρξισμού που αγνοεί το γεγονός ότι η Αριστερά είναι γνήσιο τέκνο του Διαφωτισμού – στην πιο ριζοσπαστική του εκδοχή.
Αν απλώς απορρίπτουμε τον Καντ ως «αστό» ή «ιδεαλιστή» φιλόσοφο, αδυνατούμε να κατανοήσουμε την κρίσιμη σημασία αυτής του της διατύπωσης για τη στάση μας ως αριστερών πολιτών και –πόσω μάλλον– ως αντιπροσώπων στο συνέδριο του κόμματος της Αριστεράς.
Μια και μιλήσαμε για Διαφωτισμό, ας θυμηθούμε κι έναν άλλον επιφανή εκπρόσωπό του – που τις προάλλες είχε την τιμητική του.
Αναφέρομαι στον Μοντεσκιέ, το όνομα του οποίου έλαμψε διά της απουσίας του στον λόγο του κατόχου τριών πτυχίων και αποφοίτου του Χάρβαρντ. Η απόφαση του συνεδρίου που άλλαξε μετά την παρέμβαση Τσίπρα αφορούσε το αν οι βουλευτές πρέπει ή δεν πρέπει να συμπεριλαμβάνονται στην ποσόστωση του 25% των μελών της Κεντρικής Επιτροπής, όπως ισχύει για τα μέλη που κατέχουν κυβερνητικές θέσεις.
Η άποψη του προέδρου –που τελικά επικράτησε– είναι πως δεν πρέπει, διότι, όπως ο ίδιος εξήγησε, αυτό αντιβαίνει στη θέση του ότι το κόμμα χρειάζεται ένα «ενιαίο πολιτικό κέντρο» – εννοώντας, υποθέτουμε, ότι η διάκριση μεταξύ Κεντρικής Επιτροπής και Κοινοβουλευτικής Ομάδας πρέπει να είναι όσο το δυνατόν μικρότερη.
Σύμφωνα με αρκετές ερμηνείες, μεταξύ των οποίων και η μαρξιστική-υλιστική ανάγνωση του Λουί Αλτουσέρ, η διάκριση των εξουσιών στον Μοντεσκιέ δεν έχει απλώς τον χαρακτήρα μιας καθαρά νομικής περιχαράκωσης μεταξύ της εκτελεστικής, της νομοθετικής και της δικαστικής εξουσίας. Λέει ο Αλτουσέρ: «[…] πρόκειται καταρχάς για πολιτικό πρόβλημα συσχετισμού δυνάμεων, και όχι για νομικό πρόβλημα που αφορά τον ορισμό της νομιμότητας και των σφαιρών της […]
Η περίφημη διάκριση των εξουσιών δεν είναι λοιπόν παρά η ισόρροπη κατανομή της εξουσίας στα συγκεκριμένα κέντρα ισχύος…»1. Εστω από τη δική του ταξική οπτική γωνία, ο Μοντεσκιέ συνέλαβε μια ουσιώδη προϋπόθεση για τη λειτουργία του δημοκρατικού πολιτεύματος, που είναι ιδιαίτερα χρήσιμη για την υλιστική προσέγγιση της Αριστεράς.
Η εξασφάλιση των ελευθεριών και της πολυφωνίας δεν εξαρτάται μόνον από τα τυπικά κατοχυρωμένα δικαιώματα αλλά και από την ισόρροπη θεσμοποίηση των πραγματικών συσχετισμών δύναμης. Πράγμα που αφορά όχι μόνο το δημοκρατικό πολίτευμα, αλλά και –πόσω μάλλον, θα πω και πάλι– την οργάνωση του κόμματος που οραματίζεται τον σοσιαλισμό με ελευθερία και δημοκρατία.
(1) Louis Althusser, Μοντεσκιέ, πολιτική και ιστορία (μτφρ.: Φώτης Σιατίτσας), Αθήνα: Πλέθρον, 2005,
σ. 119-120.
*καθηγητής της Κοινωνικής Θεωρίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών
