Σε μια περίοδο όπως η δική μας, όπου μπορούν να λεχθούν τα πάντα και τα πάντα είναι απαίτηση να λέγονται, όπου τα πάντα μπορούν να συμβούν στο νόημα, στη μεταφορά, στο έξυπνο υπονοούμενο, έγινε σχετικά εύκολο να γράφεις καλά, το δύσκολο, αντίθετα, είναι να διαβάζεις καλά.
Είμαστε συνηθισμένοι να ικανοποιούμαστε με τα υποκατάστατα στη θέση των πραγμάτων (του ντιζάιν στη θέση της ομορφιάς, της μόδας στη θέση της κομψότητας, του αντίγραφου στη θέση του πρωτότυπου) και άρα, όταν διαβάζουμε, να ικανοποιούμαστε με την ψευτο-καλή λογοτεχνία στη θέση της αληθινής.
Εξάλλου, η κακή λογοτεχνία δεν προξενεί μεγάλη βλάβη γιατί αμέσως γίνεται αντιληπτή και παρουσιάζεται γι’ αυτό που είναι.
Αντίθετα, η ψευτο-καλή λογοτεχνία είναι ύπουλη και είναι επικίνδυνη γιατί δημιουργεί σύγχυση αξιών και κριτικής.
Τι κάνουμε λοιπόν για να την αναγνωρίσουμε; Αναγνωρίζεται γιατί είναι άψυχη, άψυχη και μπερδεμένη, όπως ένα ρομπότ, όπως ο μηχανισμός μιας ρεπλίκας.
Αναγνωρίζεται γιατί είναι ένα προϊόν και ως τέτοιο παράγεται, αρκεί να κατέχουμε την κατάλληλη τεχνολογία, και βρίσκεται, δυνητικά, σε κοινή χρήση.
Ενα προϊόν γεννιέται από ένα μοντέλο που αναπαράγεται με κάποιες αλλαγές για να δείχνει ψευδώς κάποια διαφορά και τα πιο εύκολα στην αναπαραγωγή μοντέλα είναι πάντα εκείνα που παρουσιάζουν εμφανή φορμαλιστικά χαρακτηριστικά.
Ετσι, η ψευτο-καλή λογοτεχνία αναγνωρίζεται γιατί λειτουργεί κυρίως πάνω σε επίκτητες εξωτερικές και μηχανιστικές φόρμες.
Πράγματι, είναι εύκολο για κάποιον να οικειοποιηθεί έναν τρόπο φόρμας∙ αντίθετα, είναι δύσκολο να οικειοποιηθεί έναν ποιητικό κόσμο αν δεν τον κατέχει.
Από τότε που η μανιέρα της κριτικής συνάντησε τη μανιέρα της λογοτεχνίας (και του θεάτρου, του κινηματογράφου και κάθε άλλη καλλιτεχνική έκφραση) οι δύο μανιέρες άρεσαν τόσο πολύ που αφέθηκαν σε συνεχή σαλιαρίσματα.
Και πόσα μυθιστορήματα, πόσες παραστάσεις, πόσα έργα δεν φαίνονται φτιαγμένα ακριβώς για να ερεθίσουν και να κεντρίσουν αυτόν τον τύπο της κριτικής και πόση από αυτή την κριτική δεν φαίνεται να ανταγωνίζεται σε δεξιοτεχνίες με τα προσφιλέστερα έργα!
Θα ήταν διασκεδαστικό να δοκιμάσουμε με ποιο τρόπο ο αλλοπρόσαλλος πλουραλισμός και το κουτσομπολιό των ραδιοτηλεοπτικών χρόνων είναι ομόλογος με τον πλουραλισμό του ύφους και του λογοτεχνικού κουτσομπολιού∙ και με ποιο τρόπο η πολιτική ακινησία, τόσο πλούσια σε γλώσσα μπερδεμένη επίτηδες για να μη λέει τίποτε, είναι ομόλογη με την επίπεδη ζωτικότητα και τη βασική ακινησία τόσων σοφιστικέ τρόπων γραφής.
Αυτός ο κομφορμισμός της φόρμας ταυτίζεται καθημερινά με τον «μοντερνισμό». Και μας επαναλαμβάνουν ότι η λογοτεχνία δεν προέρχεται από την πραγματικότητα αλλά από την ίδια τη λογοτεχνία, τα βιβλία από άλλα βιβλία, η γραφή από άλλες γραφές∙ και η λεγόμενη πραγματικότητα δεν είναι άλλο από τη γλώσσα ενός συγγραφέα∙ και από ένα έργο ενδιαφέρουν οι εσωτερικές σχέσεις, η οργάνωση που το κάνει λειτουργικό, και που ένας κριτικός-μηχανικός μπορεί να τις αποδομήσει μία προς μία, όπως τις βίδες, τους σωλήνες και τα μπουλόνια μιας μηχανής.
*ομότιμος καθηγητής Φιλοσοφικής Σχολής ΑΠΘ
