Οπως αναμενόταν, η συνάντηση του Γ. Κατρούγκαλου με τους δανειστές δεν έβγαλε λευκό καπνό καθότι εκκρεμούν οι δικαστικές αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου για τις ομαδικές απολύσεις και του Συμβουλίου της Ευρώπης για τις παρεμβάσεις στις εργασιακές σχέσεις που έγιναν μέσω των δύο πρώτων μνημονίων.
Συνεπώς η χθεσινή συζήτηση της κυβέρνησης με τους εκπροσώπους των δανειστών μας κατέληξε στο να παραπέμψει για τις 14 Νοεμβρίου, όταν και θα επισκεφθούν εκ νέου της ελληνική πρωτεύουσα οι θεσμοί, για τα μεγάλα θέματα των συλλογικών διαπραγματεύσεων, του κατώτατου μισθού, των ομαδικών απολύσεων και βέβαια του τρόπου που θα προκηρύσσονται οι απεργιακές κινητοποιήσεις.
Στο μεσοδιάστημα βέβαια θα υπάρξουν τηλεδιασκέψεις αλλά και ένα κείμενο αρχών επί των εργασιακών.
Με βάση τη στόχευση της ελληνικής πλευράς που ήταν να συζητηθούν μόνο θέματα όπου οι δύο πλευρές ήταν κοντά, η χθεσινή διαπραγμάτευση, τουλάχιστον σύμφωνα με την πλευρά της κυβέρνησης, πήγε καλά.
Σε σχέση με τα όσα αναμένουμε από την πλευρά της ευρωπαϊκής Δικαιοσύνης (ομαδικές απολύσεις) και των διεθνών οργανισμών (για τις παρεμβάσεις των πρώτων μνημονίων με βάση την προσφυγή της ΓΣΕΕ στην οικεία επιτροπή του Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Χάρτη που συζητήθηκε στις 20 Οκτωβρίου) οι εκπρόσωποι των δανειστών συμφώνησαν να αναμείνουν αυτές τις αποφάσεις και κατόπιν να τοποθετηθούν επί τη βάσει των εισηγήσεων των νομικών τους επιτελείων.
Οι κλαδικές συμβάσεις
Εκεί πάντως που επικέντρωσε τις συζητήσεις για τα εργασιακά ο κ. Κατρούγκαλος ήταν στο να θεσμοθετηθεί, στην περίπτωση των ομαδικών απολύσεων, ένα κοινωνικό πλάνο (όπως ονομάστηκε) όπου η εταιρεία που απολύει θα πρέπει με δαπάνες της να καταρτίζει ένα στρατηγικό σχέδιο ανακούφισης των απολυομένων και επανένταξής τους στην αγορά.
Αυτό όμως που πρέπει να επισημανθεί είναι ότι οι εκπρόσωποι των δανειστών μας έθεσαν επιτακτικά το θέμα της υπερίσχυσης των επιχειρησιακών συμβάσεων έναντι των κλαδικών και των ομοιοεπαγγελματικών, κάτι για το οποίο είναι ευθέως αντίθετη η ελληνική πλευρά.
Κατά τη συζήτηση του θέματος και εδώ έγκειται το πρόβλημα, αφού η κυβέρνηση δεν το θεωρεί casus belli και γι’ αυτό το συζητάει, ο κ. Κατρούγκαλος έθεσε το ότι το 97% του ελληνικών επιχειρήσεων αφορά εργοδοσίες κάτω των 20 εργαζομένων.
Αυτό σημαίνει ότι στη συντριπτική πλειονότητα των ελληνικών επιχειρήσεων δεν μπορούν οι εργαζόμενοι να τύχουν συνδικαλιστικής εκπροσώπησης μέσω σωματείου (στην Ελλάδα χρειάζεται η σύμπραξη πάνω από 20 ανθρώπων για να δημιουργηθεί σωματείο).
Επιπρόσθετα κοινολογήθηκε η καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος υπογραφής επιχειρησιακής σύμβασης από ενώσεις προσώπων (οι περισσότερες συμφώνησαν να μειωθεί ο μισθός στα όρια του κατώτατου).
Προσωπικό στοίχημα
Σε όλα αυτά οι δανειστές επέμειναν στο ότι πρέπει να υπερισχύσει η επιχειρησιακή σύμβαση και η συζήτηση αναλώθηκε στο να δοθεί δυνατότητα ίδρυσης σωματείου εργαζομένων και σε επιχειρήσεις με λιγότερα από 20 άτομα.
Πάντως το ελληνικό υπουργείο Εργασίας είναι κάθετα αντίθετο με την υπογραφή συμφωνιών μέσω ένωσης προσώπων – η ένωση προσώπων αναγνωρίστηκε το 2011 με το άρθρο 37 του νόμου 4024 που ορίζει ότι η ένωση προσώπων συστήνεται τουλάχιστον από τα τρία πέμπτα (3/5) των εργαζομένων στην επιχείρηση, ανεξαρτήτως του συνολικού αριθμού εργαζομένων σε αυτήν και χωρίς η διάρκειά της να υπόκειται σε χρονικό περιορισμό.
Τέλος, στο τραπέζι της συζήτησης μπήκε και το ασφαλιστικό, όπου οι δανειστές εκφράζουν επιφυλάξεις για το αν θα λειτουργήσει την 1η.1.2017 ένα Ταμείο για το σύνολο της κοινωνικής ασφάλισης, με τον Ελληνα υπουργό να αναφέρει ότι το θεωρεί προσωπικό του στοίχημα να λειτουργήσει ο Ενιαίος Φορέας Κοινωνικής Ασφάλισης (ΕΦΚΑ) από τον Ιανουάριο 2017, όπως ο νόμος ορίζει.
