Αγγέλικα Ψαρρά
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Καιρός να αναμετρηθούμε με μια παγιωμένη πια πραγματικότητα: στους ζόρικους καιρούς της κρίσης και με διαπιστωμένη τη σκλήρυνση των έμφυλων ιεραρχιών, ο σεξισμός μοιάζει να απασχολεί συστηματικά τον πολιτικό διάλογο.

Με τη διαφορά ότι οι σεξιστικές συμπεριφορές γίνονται ορατές και τροφοδοτούν σφοδρές αντιπαραθέσεις μόνον εφόσον η καταγγελία τους υπηρετεί τρέχουσες πολιτικές σκοπιμότητες. Ας το πω αλλιώς: Ο σεξισμός απασχολεί τη δημόσια συζήτηση επιλεκτικά, ενώ η καταδίκη του είναι συχνά προσχηματική.

Δεν είναι, λοιπόν, παράδοξο που οι εννοιολογήσεις του σεξισμού αποκτούν στις μέρες μας μια πρωτόγνωρη ελαστικότητα: ενώ ο πανταχού παρών καθημερινός, «ανώνυμος» σεξισμός παραμένει δυσδιάκριτος, οι «επώνυμες» εκδοχές του δεν έχουν την παραμικρή ελπίδα να περάσουν απαρατήρητες.

Εξαιρετικά ιδιόμορφη εμφανίζεται, ωστόσο, η πρόσληψη των κοινοβουλευτικών σεξιστικών εξάρσεων, καθώς η κομματική τοποθέτηση υπαγορεύει σε μεγάλο βαθμό την αντιμετώπισή τους: η ίδια έκφραση -λεκτική και μη- που από κάποιους στηλιτεύεται ως προφανές σεξιστικό ατόπημα, για τους πολιτικούς τους αντιπάλους συνιστά έναν απολύτως θεμιτό πολιτικό σχολιασμό.

Είναι αλήθεια πως το έδαφος προλειάνθηκε από την εποχή που απαξιωμένες στα χρόνια της Μεταπολίτευσης κοινωνικές αρχαϊκότητες ανακάλυπταν έναν ανέλπιστο σύμμαχο στην τότε αναδυόμενη κουλτούρα του λαϊφστάιλ.

Με την πολύτιμη βοήθεια θέσεων -και στάσεων- που (αυτο)προβλήθηκαν ως μετανεωτερικές, οι σεξιστικές συμπεριφορές απενοχοποιήθηκαν, ενώ οι φεμινιστικές ενστάσεις ταυτίστηκαν συλλήβδην με τις υστερικές αγκυλώσεις της πολιτικής ορθότητας.

Ούτως ή άλλως, στις αρχές της δεκαετίας του ’90 ο τροπαιοφόρος φαλλός του έθνους θριάμβευε ήδη σε γήπεδα και λαοσυνάξεις μαρτυρώντας τις εκλεκτικές συνάφειες κάποιων σύγχρονων εκδοχών του ανδρισμού με τις πιο σκοτεινές επιβιώσεις ενός εθνικισμού μισογυνικού, ομοφοβικού και, ασφαλώς, ρατσιστικού.

Στο κλίμα αυτό, τα σεξιστικά υπονοούμενα έμελλε να αναβαθμιστούν βαθμιαία σε σταθερό καρύκευμα ενός πολιτικού λόγου εκπορευόμενου από δημόσιους άντρες περήφανους για την ανατομική υπεροπλία τους. Οχι πως ο κοινοβουλευτικός σεξισμός δεν έχει την πλούσια εγχώρια προϊστορία του.

Μόνο που τα τελευταία χρόνια οι σεξιστικές κορόνες -άλλοτε μετωνυμικές, κάποτε κυριολεκτικές- διεκδίκησαν και κέρδισαν μιαν ιδιότυπη κοινοβουλευτική ασυλία.

Συμβολικά, η τομή θα μπορούσε να τοποθετηθεί στο 2012, όταν δημοσιογραφικές πληροφορίες έφεραν τον τότε πρόεδρο της Βουλής να αντιμετωπίζει παλικαρίσια τον σημερινό Πρόεδρο της Δημοκρατίας υποδεικνύοντας στους ομοφύλους του ότι το πολιτικό τους εκτόπισμα συναρτάται ευθέως με το περιεχόμενο των παντελονιών τους.

Είχαν μόλις εγκατασταθεί στα έδρανα της Βουλής οι βουλευτές της Χρυσής Αυγής, πανέτοιμοι να προσφέρουν στους συναδέλφους τους απλά μαθήματα (και) μισογυνικής ρητορείας.

Εκτοτε, ευρύ φάσμα δημόσιων ανδρών, αποτινάσσοντας την αυτολογοκρισία δεκαετιών, νιώθει ευκαιριακά την άνεση να υιοθετεί τη μαγκιά ως απελευθερωτικό, επομένως ανεκτό, πολιτικό ιδίωμα. Με λίγα λόγια, οι «αντρίκειες» κουβέντες απέκτησαν το βάρος πολιτικού επιχειρήματος.

Θα είχε ενδιαφέρον να αναζητήσουμε κάποια στιγμή τους πολλούς και διαφορετικούς παράγοντες που οδήγησαν στην εξέλιξη αυτή.

Ξεχωρίζω εδώ πρόχειρα την ανομολόγητη εξοικείωση των εκπροσώπων του έθνους με τον κοινοβουλευτικό κανιβαλισμό των χρυσαυγιτών, καθώς και τον κλονισμό πατροπαράδοτων ισορροπιών που επέφερε η πρόσφατη αύξηση του αριθμού -οπότε και της ορατότητας- των πολιτικών γένους θηλυκού.

Ας μην υποτιμήσουμε και την υποκατάσταση του πολιτικού διαλόγου από ένα χαλαρό, γεμάτο σεξιστικές χαριτωμενιές, κουβεντολόι σε ραδιόφωνα, κανάλια και μέσα κοινωνικής δικτύωσης.

Εξάλλου, πλήθος είναι στις μέρες μας και οι έγκριτοι κατά τα λοιπά δημοσιογράφοι που, επιζητώντας την πρόκληση, δεν διστάζουν να προσαρμόσουν τη γερασμένη συνταγή του λαϊφστάιλ στα σφριγηλά χρυσαυγίτικα προαπαιτούμενα.

Δεν είναι, επομένως, αξιοπερίεργο που οι γυναίκες πολιτικοί, υπουργοί και βουλεύτριες, υφίστανται πλέον συστηματικά τις επιθέσεις ενός κοινοβουλευτικού σεξισμού, διάχυτου όσο και ανεξέλεγκτου. Μόνο που, προσώρας, οι περισσότερες δεν μοιάζουν έτοιμες να τον αντιμετωπίσουν κατά μέτωπο.

Αδύναμες αναλυτικά και επιλεκτικές πολιτικά εμφανίζονται και οι σχετικές παρεμβάσεις της Γενικής Γραμματείας Ισότητας, της ίδιας που ξιφούλκησε κατά του γελοίου σε σημείο αυτοϋπονόμευσης «Χτύπα σαν άντρας», απαλλάσσοντας άθελά της τις άπειρες διαφημίσεις που βασίζονται στην υπόγεια υποτίμηση των γυναικών.

Είναι σαφές πως η ευαισθησία των βουλευτριών απέναντι στον σεξισμό διαθέτει σε αρκετές περιπτώσεις κομματικό πρόσημο, ενώ κάποιες δειλές απόπειρες διακομματικής συνεννόησής τους αποδείχτηκαν ανήμπορες να υπερβούν επιμέρους εκφάνσεις του φαινομένου και να σκαρφιστούν κάτι ουσιωδέστερο από μερικά ανούσια διοικητικά ημίμετρα.

Καθώς μάλιστα για ορισμένες ο σεξισμός αποκτά υπόσταση μόνο όταν τις αφορά προσωπικά, φαντάζει δυστυχώς μακρινή μια συλλογική προσπάθεια κατανόησης των πολύπλοκων μηχανισμών μέσω των οποίων επιχειρείται ακόμη και σήμερα η απονομιμοποίηση της ενασχόλησης των γυναικών με την πολιτική.