Κάθε φορά που έπιανε μολύβι και χαρτί, όχι για να σημειώσει τη λίστα με τα ψώνια, ούτε για να υπολογίσει τα έξοδα του μήνα, αλλά ορμώμενη από εκείνη την ακατανίκητη λαχτάρα να γράψει «κάτι», μια σκέψη, μια εικόνα, κάτι που δεν μπορούσε να πει αλλιώς και θα την έπνιγε, θυμόταν έναν φιλόλογο καθηγητή που είχε στο σχολείο.
«Να γράφετε ημερολόγιο, παιδιά», τους έλεγε. «Να γράφετε».
«Και τι να γράφουμε, κύριε;», είχε ρωτήσει ένα παιδί.
«Ο,τι θέλετε, ό,τι σκέφτεστε».
«Ναι, αλλά γιατί;».
Ο καθηγητής χαμογέλασε:
«Εμείς δεν θέλουμε να διαβάσουμε αυτά που εσείς γράφετε. Αλλά όταν γράφετε για πράγματα που ενδιαφέρουν εσάς, μαθαίνετε να σκέφτεστε, μαθαίνετε να χρησιμοποιείτε τη γλώσσα και τη γραμματική και διατυπώνοντας αυτά που σκέφτεστε, γίνεστε καλύτεροι».
Εκείνη έγραφε από μικρή –και ημερολόγια και άλλα. Πάντα είχε ανάμεσα στα τετράδιά της ακόμη ένα. Μπορεί να μην το έλεγε ημερολόγιο, αλλά υπήρχε.
Μεγαλώνοντας, τα απλά μπλε τετράδια αποκτούσαν χοντρά εξώφυλλα, φωτογραφίες από ηθοποιούς και τραγουδιστές, αλλά εκείνη συνέχιζε να γράφει, να γράφει. Αλλά και να αντιγράφει και να καθαρογράφει: το ποίημα στην ποιητική συλλογή που έβρισκε στη βιβλιοθήκη, τους στίχους από ένα τραγούδι που δεν ήθελε να ξεχάσει ποτέ, τη χαρά για μια στιγμή ευτυχίας, το πένθος για κάτι που χάθηκε για πάντα, την ανησυχία για κάτι που συνέβαινε γύρω της και τη βασάνιζε.
Εκεί ήταν όλα. Μικρά ή μεγαλύτερα, πράγματα γνωστά ή μυστικά, άξια ή ανάξια λόγου, σημαντικά μόνο για κείνη.
Ωσπου μια μέρα, έπειτα από μια κρίση ενήλικης ζωής, όταν βρέθηκε μπροστά σε τέλμα, επειδή κάποιος της είπε –εμμέσως πλην σαφώς– ότι πρέπει να αποφασίσει να βρει κάτι πιο πρακτικό να κάνει, το αποφάσισε: τα ημερολόγια δεν άξιζαν τίποτα.
Τι σημασία είχαν τα μικρά αδιάφορα στιγμιότυπα της ζωής της; Ολοι οι άνθρωποι δεν ζουν, λιγότερο ή περισσότερο, τα ίδια; Ολοι δεν ζουν μια στιγμή ευτυχίας; Ολοι δεν έχουν έναν τουλάχιστον λόγο για να κλάψουν μια φορά; Ασφαλώς.
Τα δικά της γιατί έπρεπε να καταγράφονται;
Και ένα χειμωνιάτικο βράδυ, μπροστά σε ένα τζάκι που έκαιγε, έριξε στις φλόγες κάμποσα τέτοια τετράδια. Ενα ένα τα φύλλα τους παραδίδονταν στις φλόγες: στην αρχή κιτρίνιζαν, μετά μαύριζαν και στη συνέχεια η φλόγα τα έτρωγε και γίνονταν στάχτη. Ολα έγιναν στάχτη.
Δεν έκλαψε γι’ αυτά, δεν στενοχωρήθηκε ξανά. Η ζωή πήρε τον δρόμο της κι εκείνη την ακολούθησε. Ωσπου μια μέρα, ενώ ετοίμαζε την τσάντα της, έριξε μέσα ένα σημειωματάριο, ένα απλό σπιράλ σημειωματάριο.
«Μπορεί να χρειαστεί», είπε. Και χρειάστηκε.
Από τότε ένα ταλαιπωρημένο τετράδιο με τσαλακωμένα εξώφυλλα και τσακισμένα φύλλα στις άκρες τους βρίσκεται πάντα στην τσάντα της. Αυτή που παίρνει στη δουλειά, αυτή που κρατά τον χειμώνα ή το καλοκαίρι, αυτή που περιέχει την πετσέτα για τη θάλασσα.
Και γράφει, γράφει, γράφει. Τις νύχτες που ξενυχτά από την υπερένταση, στα μικρά καφέ που περιμένει τους φίλους της, στην παραλία την ώρα που οι άλλοι κοιμούνται. Ακόμη και στον ηλεκτρικό.
Συχνά αναρωτιέται: Αν κάποιος διάβαζε αυτές τις κομμένες φράσεις –συχνά δεν περιέχουν ρήματα, τους λείπουν άρθρα ή επίθετα– τι θα καταλάβαινε; Θα μπορούσε να δει στο μυαλό της; Κι αν ναι, μήπως θα γέλαγε μαζί τους;
Αλλά εκείνη, συχνά χωρίς να το συνειδητοποιεί, τις ατελείς αυτές φράσεις τις έχει τοποθετήσει κάπου, σε προτάσεις πιο περιεκτικές, σε κείμενα κάπως μεγαλύτερα. Ομως, όταν τη ρωτούν «γιατί χρησιμοποίησες αυτό το ρήμα» ή «πού τη βρήκες αυτή τη λέξη», εκείνη απάντηση δεν έχει.
Ακόμα και όταν ξέρει τι τη γέννησε –δεν το γνωρίζει πάντα– η λέξη φεύγει από τα χέρια της και, ελεύθερη πια, ανοίγει δικό της δρόμο.
Τότε μονάχα λυπάται για τα καμένα ημερολόγια. Γιατί φοβάται ότι στέρησε από τις λέξεις τους να γίνουν κάτι, ακόμη και να πάρουν λάθος δρόμο.
