«Φωτιά» βάζει στην πολιτική σκηνή των Φιλιππίνων η κατάθεση ενός πρώην επαγγελματία δολοφόνου, ο οποίος δήλωσε ενώπιον τη Συγκλήτου της χώρας, ότι ο νυν πρόεδρος Ροντρίγκο Ντουτέρτε είχε διατάξει δολοφονίες περισσότερων από χιλίων εγκληματιών, αλλά και πολιτικών του αντιπάλων.
Ο Έντγκαρ Ματομπάτο, 57 ετών, παραδέχθηκε ενώπιον της Γερουσίας, σε συνεδρίαση που καλύφθηκε τηλεοπτικά, πως ο ίδιος συμμετείχε σε τουλάχιστον 50 απαγωγές και δολοφονίες.
Ο Ματομπάτο αφηγήθηκε τα γεγονότα εκείνης της ημέρας του 1993 όπου το «τάγμα θανάτου» στο οποίο εκείνος ήταν μέλος βρέθηκε σε έναν δρόμο ενώπιον του οχήματος ενός πράκτορα του Εθνικού Γραφείου Ερευνών, μιας υπηρεσίας που υπάγεται στο υπουργείο Δικαιοσύνης.
Σύμφωνα με τα όσα υποστήριξε, υπήρξε λεκτική αντιπαράθεση η οποία πήρε άγριες διαστάσεις και κατέληξε σε ανταλλαγή πυρών. Κατόπιν ο Ροντρίγκο Ντουτέρτε, που εκείνη την εποχή ήταν δήμαρχος της πόλης Νταβάο, έφθασε στο σημείο. «Ο δήμαρχος Ντουτέρτε το τελείωσε. Ο επιθεωρητής ήταν ζωντανός όταν εκείνος έφθασε. Άδειασε δύο γεμιστήρες υποπολυβόλου Ούζι πάνω του».
Η έρευνα της Γερουσίας επικεντρώνεται στον περίφημο πόλεμο κατά των ναρκωτικών που έχει εξαγγείλει ο Ντουτέρτε και από τον οποίο φέρεται να έχουν χάσει τη ζωή τους μέχρι στιγμής περίπου 3.000 άνθρωποι.
Ο πρόεδρος της χώρας απορρίπτει την κριτική η οποία δεν έρχεται μόνο από το εσωτερικό της χώρας του, αλλά και από τον ΟΗΕ και τον Μπαράκ Ομπάμα.

«Η δουλειά μας ήταν να σκοτώνουμε εμπόρους ναρκωτικών, βιαστές και απαγωγείς» δήλωσε ο Ματομπάτο μιλώντας για την περίοδο που ο Ντουτέρτε εκτελούσε καθήκοντα δημάρχου. Πρόσθεσε, όμως, ότι ανάμεσα στους στόχους ήταν και αντίπαλοί του μετέπειτα προέδρου της χώρας.
Οι δολοφονίες ξεκίνησαν το 1988, όταν ο Ντουτέρτε ανέλαβε καθήκοντα δημάρχουν, και συνεχίστηκαν μέχρι το 2013, όταν ο Ματομπάτο εξέφρασε την επιθυμία να αποχωρήσει από το απόσπασμα θανάτου.
Ο εκπρόσωπος Τύπου της κυβέρνησης, Μάρτιν Αντανάρ, αρνήθηκε τις κατηγορίες λέγοντας ότι από τις έρευνες των Αρχών για την περίοδο που ο Ροντρίγκο Ντουτέρτε ήταν δήμαρχος του Νταβάο δεν έχουν προκύψει ούτε στοιχεία ούτε μάρτυρες.
Ο Ματομπάτο, πάντως, δήλωσε ότι τα θύματα στο Νταβάο, τα οποία ξεπέρασαν τα 1.000, ήταν από μικροί κακοποιεί μέχρι άνθρωποι που σχετίζονταν με τους αντιπάλους του Ντουτέρτε, όπως ένας πλούσιος επιχειρηματίας ο οποίος δολοφονήθηκε το 2014 στην πόλη.
Άλλα θύματα ήταν ένας ύποπτος για τρομοκρατία, τον οποίο Ο Ματομπάτο λέει ότι στραγγάλισε, τεμάχισε και έθαψε σε ένα λατομείο το 2002. Ένας άλλος, όμως, ήταν ο ραδιοφωνικός παραγωγός Τζουν Πάλα ο οποίος ασκούσε κριτική στον Ντουτέρτε και τελικά σκοτώθηκα από ενόπλους τη στιγμή που περπατούσε προς το σπίτι του το 2003.
Κάποια από τα θύματα πυροβολούνται και στη συνέχεια τα άφηναν στους δρόμους του Νταβάο ή τα έθαβαν σε τρεις μεγάλους τάφους, ενώ ο Ματομπάτο πρόθεσε ότι άλλους τους πετούσαν στη θάλασσα με τα πλάκες τσιμέντου στα σώματά τους για να μην επιπλέον.
«Σκοτώνονταν σαν κοτόπουλα» δήλωσε ο Ματομπάτο προσθέτοντας ότι απομακρύνθηκε από τις δολοφονίες όταν άρχισε να αισθάνεται ένοχος και μπήκε στο πρόγραμμα προστασίας μαρτύρων της κυβέρνησης.
Έφυγε από το πρόγραμμα προστασίας μαρτύρων όταν ο Ντουτέρτε έγινε πρόεδρος υπό τον φόβο πως θα τον σκοτώσουν. Δήλωσε, ακόμη, ότι αποφάσισε να μιλήσει τώρα επειδή «Ήθελα οι άνθρωποι να γνωρίζουν ώστε να σταματήσουν οι σκοτωμοί».
Η κατάθεση του Ματομπάτο είχε ως αποτέλεσμα να ξεσπάσει ένταση μεταξύ γερουσιαστών που στηρίζουν τον Ντουτέρτε και εκείνων που τον επικρίνουν.
Ο γερουσιαστής Αλαν Πέτερ Καγιετάνο κατηγόρησε τον Ματομπάτο πως συμμετέχει σε μια προσπάθεια να εκδιωχθεί από τη θέση του ο πρόεδρος Ντουτέρτε.
Ένας άλλος γερουσιαστής, πρώην αρχηγός της αστυνομίας, Πανφίλο Λασκόν, προειδοποίησε τον Ματομπάτο πως παραδέχεται πως εμπλέκεται σε δολοφονίες και αντιμετωπίζει το ενδεχόμενο φυλάκισης.
