Οι επόμενοι δώδεκα μήνες θα είναι καθοριστικοί σε πολιτικό και οικονομικό επίπεδο για τη χώρα μας, τις ευρωπαϊκές εξελίξεις και τον γεωπολιτικό μας περίγυρο ενόψει των σημαντικών αποφάσεων που αναμένεται να ληφθούν, των συσχετισμών που θα διαμορφωθούν και των τάσεων που θα αποτυπωθούν στις κρίσιμες εκλογικές αναμετρήσεις που ακολουθούν σε πολλές χώρες.
Η διεθνής κρίση, που ξεκίνησε από τις παράπλευρες συνέπειες μιας άναρχης παγκοσμιοποίησης της οικονομίας και τη θεσμοποίηση του ακραίου νεοφιλελευθερισμού, σταδιακά, με πολιτική και κοινωνική διολίσθηση, οδηγεί στην επέλαση αντισυστημικών ακροδεξιών δυνάμεων που, ενώ πριν από μερικά χρόνια θα εθεωρείτο αδιανόητη, σήμερα αποτελεί μια σκοτεινή εκδοχή του μέλλοντός μας.
Το ζούμε στην Ευρωπαϊκή Ενωση με την ενίσχυση της εθνικής αναδίπλωσης, της απροθυμίας αλληλεγγύης, των κλειστών συνόρων, την αποδυνάμωση των κοινοβουλευτικών και συλλογικών θεσμών, την επικράτηση του ευρωσκεπτικισμού και την ανάπτυξη φυγόκεντρων τάσεων.
Η Ευρώπη αντιμετωπίζει τώρα τις δραματικές συνέπειες τόσο της οικονομικής κρίσης όσο και της αδιέξοδης περιοριστικής πολιτικής που επιβλήθηκε στην ευρωζώνη για την αντιμετώπισή της.
Μια πολιτική που με την ιδεοληπτική εμμονή και επιβολή ενός «νεοφιλελεύθερου μονόδρομου» απορρύθμισης και λιτότητας βύθισε τις οικονομίες των κρατών-μελών της στην ύφεση, υπονόμευσε το ευρωπαϊκό θεσμικό οικοδόμημα και κοινωνικό μοντέλο, διαμόρφωσε το πεδίο ισοπέδωσης και απαξίωσης της πολιτικής και το πρόσφορο έδαφος ανάπτυξης ακραίων, μισαλλόδοξων και νεοφασιστικών δυνάμεων.
Οι συνέπειες δεν περιορίζονται πλέον στις ευάλωτες χώρες του ευρωπαϊκού Νότου, αλλά εκδηλώνονται πολιτικά και οικονομικά ευρύτερα, ακόμη και στην ίδια τη Γερμανία. Χαρακτηριστική η άνοδος του φασιστικού κόμματος, πρώτη φορά μετά τον πόλεμο, και η κρίση της Deutsche Bank που πυροδοτεί ευρύτερους κινδύνους και εξελίξεις.
Η Ευρωπαϊκή Ενωση έχει φτάσει πια σε ένα σημείο που με μεγάλη καθυστέρηση θα αναγκαστεί τελικά να προσαρμόσει την πολιτική της και να ανασυνταχθεί για να επιβιώσει δημοκρατικά και οικονομικά, αλλά όσο περνάει ο καιρός οι συνέπειες είναι τραγικές, καταστροφικές και ενδεχομένως δύσκολα αναστρέψιμες.
Δεν είναι αυτές εποχές ουδετερότητας και πολιτικών διαχειριστών. Η αντίθεση Αριστεράς-Δεξιάς, προοδευτικών και συντηρητικών δυνάμεων, δεν είναι μια προσχηματική διάκριση πολιτικής και κομματικής γεωγραφίας.
Παραμένει κυρίαρχη γιατί εκπορεύεται από τις οικονομικές και κοινωνικές συνθήκες και ανισότητες. Εχει πάντα νόημα όσο υπάρχουν διαφορετικά οικονομικά και κοινωνικά συμφέροντα και επιδιώξεις, δυνατοί και αδύναμοι, συσσώρευση πλούτου και εκμετάλλευση. Διευρύνεται το περιεχόμενό της μέσα από την υποβάθμιση και τη ριζοσπαστικοποίηση των μεσαίων στρωμάτων από την κρίση, τα προβλήματα του περιβάλλοντος και της ποιότητας ζωής, τις γεωπολιτικές ανακατατάξεις και τη μετακίνηση απελπισμένων μεταναστών και προσφύγων.
Η επικράτηση του νεοφιλελευθερισμού και η αποδυνάμωση των δημοκρατικών θεσμών οδήγησε σε κρίση την πολιτική και ιδιαίτερα τον προοδευτικό χώρο.
Χαρακτηριστική είναι η παρακμή των σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων που έχασαν την ψυχή τους όταν απαρνήθηκαν τη μεικτή οικονομία, τα διδάγματα του Κέινς, το κοινωνικό κράτος και τα εργασιακά δικαιώματα.
Γι’ αυτό εξάλλου και οι ευρωπαϊκές σοσιαλδημοκρατικές δυνάμεις που συνθηκολόγησαν με τον νεοφιλελευθερισμό και τη συντήρηση βιώνουν την παρακμή, ενώ αναπτύσσονται παντού νέες ριζοσπαστικές δυνάμεις και ευρύτερες προοδευτικές και αριστερές συμμαχίες.
Ενδεικτικός είναι ο κατακερματισμός και το υπαρξιακό αδιέξοδο που βιώνει στη χώρα μας η λεγόμενη Κεντροαριστερά, καθώς ένα μεγάλο μέρος της είναι προσανατολισμένο στη σύγκλιση με τον συντηρητικό χώρο, ενώ οι υπόλοιπες δυνάμεις της, αποκομμένες από τις κοινωνικές αναφορές τους, περιθωριοποιούνται και εξαντλούνται σε ανακύκλωση εσωτερικών συζητήσεων χωρίς στρατηγική.
Δυσκολεύονται να αποδεχθούν τη σημερινή πολιτική και κοινωνική πραγματικότητα, καθώς και να αναλύσουν τα αίτιά της, ενώ αποκλείουν με εμμονή κάθε συζήτηση με την Αριστερά.
Σήμερα όμως, η κοινωνική ανάγκη και η αναζήτηση προοπτικής και διεξόδου από την κρίση διαμορφώνουν ένα νέο πεδίο διαλόγου και σύγκλισης των προοδευτικών και αριστερών δυνάμεων σε ολόκληρη την Ευρώπη.
Το βλέπουμε στη χώρα μας, στην Πορτογαλία, στο Εργατικό Κόμμα της Βρετανίας, στη διαπάλη στο εσωτερικό του Σοσιαλιστικού Κόμματος της Ισπανίας, που μπορεί να οδηγηθεί μέχρι και στη διάσπασή του. Πιθανό να δούμε μετεκλογικά την ίδια τάση ακόμη και στη Γερμανία, με στροφή του SPD προς την Αριστερά και τους Πράσινους.
Σήμερα, περισσότερο από ποτέ, απαιτούνται ευρύτερες προοδευτικές-αριστερές συμμαχίες με το βλέμμα μπροστά, χωρίς προκαταλήψεις και καχυποψία, με καθαρό πολιτικό λόγο και ισχυρό κοινωνικό μέτωπο.
Στόχος, μια δίκαιη αναπτυξιακή και κοινωνική προοπτική για τη χώρα μας και η αλλαγή συσχετισμών στην Ευρώπη για μια νέα πολιτική και οικονομική ρύθμιση, που θα παραμερίσει τη λιτότητα και την ύφεση, οι οποίες έχουν εκβιαστικά επιβληθεί, και θα δώσει ξανά νόημα, δύναμη και αυτονομία στην πολιτική και στη δημοκρατία. Αυτή είναι η συλλογική ανάγκη, ευθύνη και πρόκληση.
*πρώην υπουργός
