Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

«Δεν είμαι σίγουρος για τίποτα εκτός από την αγιότητα των αισθημάτων της Καρδιάς και την αλήθεια της Φαντασίας». Ετσι, με τονισμένα το Κ στην καρδιά και το Φ στη φαντασία, παρηγορούσε ο Αγγλος ποιητής Τζον Κιτς σε γράμμα του φίλο που ήταν στενοχωρημένος.

Ο ίδιος ο ποιητής, εκπρόσωπος του ρομαντισμού, που πέθανε στα 27 του χρόνια (31 Οκτωβρίου 1795 – 23 Φεβρουαρίου 1821) από φυματίωση, είχε δοκιμαστεί από νωρίς, καθώς έχασε τον πατέρα του σε ηλικία μόλις 8 ετών, όταν σκοτώθηκε πέφτοντας από άλογο. Στα 15 του έχασε και τη μητέρα του από φυματίωση και αργότερα τον αδελφό του από την ίδια ασθένεια.

Ζώντας σε δύσκολες συνθήκες και με απώλειες αγαπημένων ανθρώπων -τον δεύτερο γάμο και το διαζύγιο της μητέρας του, αποξένωση από συγγενείς και φίλους, αλλά και την οικονομική καταστροφή της οικογένειας- έμαθε από νωρίς να αγωνίζεται και να στηρίζεται μόνο στον εαυτό του για να επιβιώσει.

Μέσα από αυτές τις δυσχέρειες έμαθε να αναζητεί την ομορφιά στη μοναχικότητα, στη γαλήνη της φύσης, στο βύθισμα στο διάβασμα, που τον έσπρωξε να ανακαλύψει ό,τι πιο όμορφο και σημαντικό είχε γραφτεί έως τότε, είτε σε ποίηση είτε σε πεζογραφία.

Δεν έπαψε ποτέ να τονίζει την αξία της σιωπής, της μοναξιάς συνοδεία ενός βιβλίου -απομόνωση την έβλεπαν οι γύρω του-, διότι πίστευε ότι του επέτρεπαν να ζει σε χιλιάδες κόσμους, αντί στον έναν, αυτόν των πολλών.

«Λιώνω στον αέρα με τέτοια λεπτή πληθωρικότητα που με κάνει ευτυχισμένο να είμαι μόνος», σημείωνε σε επιστολή του.

«Είμαι τόσο ευτυχισμένος όσο μπορεί να γίνει ένας Ανθρωπος… με το γεμάτο λαχτάρα Πάθος μου για την ομορφιά να συνδέεται και να γίνεται ένα με τη φιλοδοξία του πνεύματός μου».

Χαμογελά κανείς διαβάζοντας όλα τα παραπάνω και ζώντας τον θόρυβο της σημερινής εποχής, με τις κραυγές, τις επιθέσεις, την επίδειξη και τους γεμάτους «πονηρά» νοήματα ψιθύρους των media, ηλεκτρονικών και μη. Αλλά μήπως κάθε εποχή δεν είναι έτσι;

Γεμάτη Νάρκισσους, που δεν περιορίζονται στον αυτοθαυμασμό σε λιμνάζοντα νερά, αλλά διαλαλούν μετά τυμπάνων τη σπουδαιότητά τους σε κοινωνικούς, επαγγελματικούς ή άλλους κύκλους; Εκεί που όποιος φωνάζει πιο πολύ είναι ο «καλός» και ο «επιτυχημένος»;

Σε άλλη επιστολή του, λίγες ημέρες πριν πεθάνει ο αδελφός του, ο Κιτς αναδεικνύει την προσήλωσή του σ’ αυτό που ο φιλόσοφος Μπέρτραντ Ράσελ περιγράφει ως «γόνιμη μονοτονία».

Εγραφε, διαλέγοντας πολύ προσεκτικά τα κεφαλαία του:

«Σκέψου την Ικανοποίηση στη Μοναξιά, σε σύγκριση με την κάθε άλλη συναλλαγή μου με τον κόσμο· εκεί δεν είμαι παρά παιδί, εκεί δεν με γνωρίζουν ούτε οι πιο κοντινοί μου άνθρωποι».

Και όπως έλεγε, συνήθιζε να υποτάσσεται στα αισθήματά τους όπως όταν κάποιος προσπαθεί να αποφεύγει να εκνευρίσει «ένα μικρό παιδί».

«Κάποιοι με θεωρούν μέτριο, άλλοι ανόητο, άλλοι χαζό· όλοι νομίζουν ότι βλέπουν το αδύνατο στοιχείο μου χωρίς εγώ να το καταλαβαίνω. Αλλά, στην πραγματικότητα, αυτή είναι η θέλησή μου: είμαι ικανοποιημένος να με θεωρούν έτσι, γιατί κρατώ στο στήθος μου τεράστια πηγή δύναμης».

Η θλίψη που τον κατέκλυσε και η απομόνωση που επέλεξε μετά τον θάνατο του αδελφού του, Τομ, τον οποίο φρόντιζε μέχρι το τέλος, εκτιθέμενος και ο ίδιος στη φυματίωση, πυροδότησαν τη δημιουργικότητα που γέννησε την «Ωδή σε ένα αηδόνι», ένα από τα σημαντικότερα έργα του.

Αυτό που ηχογράφησε με τη φωνή του ο συγγραφέας Φράνσις Σκοτ Φιτζέραλντ, που αγαπούσε την ποίηση του Κιτς, για την ευαισθησία και την περίτεχνη γραφή του. Σήμερα ξεχωρίζω μια φράση μόνο – ίσως γιατί μου θυμίζει ένα αγαπημένο μυθιστόρημά του Αμερικανού:

«Τρυφερή είναι η νύχτα,/ και χαρούμενη η βασίλισσα του Φεγγαριού θα καθίσει στον θρόνο της/ περιτριγυρισμένη από τις νεράιδες των αστεριών»*.

*Απόσπασμα από την «Ωδή σε ένα αηδόνι», σε ελεύθερη απόδοση από το πρωτότυπο.