Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Πολυαγαπημένα, πολυδιαβασμένα, βιβλία που μας διαμόρφωσαν ή μας στήριξαν σε δύσκολες στιγμές. Πρόσωπα της γραφής ξεφυλλίζουν την «αυτοβιογραφική» βιβλιογραφία τους.

Ο Γ.Ν. Περαντωνάκης, φιλόλογος, κριτικός λογοτεχνίας (και σταθερός συνεργάτης του σαββατιάτικου Ανοιχτού Βιβλίου στην «Εφ.Συν.») ανακαλεί, σκαλίζει και ταξινομεί εποχές και στιγμές της αυτοβιβλιογραφίας του.

Βιβλία ενηλικίωσης, μαθητείας, ψυχαγωγικά, μυητικά, αφύπνισης, ανατρεπτικά, ωρίμανσης· επιλεγμένα βιβλία ποίησης, πεζογραφίας ή θεωρίας της λογοτεχνίας που διαμόρφωσαν το βλέμμα αλλά και τον τόνο γραφής του σημερινού μας φιλοξενούμενου, ενός προσεκτικού και εποπτικού κριτικού αναγνώστη και μελετητή της νεότερης λογοτεχνίας μας.

❖❖❖❖❖

Το τεράστιο δωμάτιο-βιβλιοθήκη που είχαμε στο σπίτι ήταν πάντα κλειδωμένο για μας τα παιδιά. 

Ετσι, μόνο σπάνιες φορές, όταν με οδηγούσε μέσα ο πατέρας μου με τα κοκάλινα γυαλιά του και την πίπα στο στόμα, είχα δει τα επιμήκη ράφια που κάλυπταν τους τοίχους απ’ άκρη σ’ άκρη, τις βαριές κουρτίνες που δεν άφηναν τον ήλιο να τυφλώσει τη σοφία των χιλιάδων δερματόδετων τόμων, το βαρύ δρύινο γραφείο, τα παχιά χαλιά που απορροφούσαν τις σιγανές ούτως ή άλλως ομιλίες. 

Κι όλα αυτά είχαν δημιουργήσει έναν θρύλο γύρω από το διάβασμα, ο οποίος υποδαύλιζε το δέος του μικρού παιδιού που γνωρίζει ενδόμυχα ότι η βιβλιοθήκη είναι το άδυτο των σοφών…

Τίποτα από αυτά τα λογοτεχνικά κλισέ δεν τροφοδότησε τις παιδικές μου αναγνώσεις, ούτε η οικογένειά μου που δεν διέθετε αναγνωστική κουλτούρα, ούτε το σχολείο που δεν μ’ έμαθε να διαβάζω εξωσχολικά βιβλία, ούτε ο Λουντέμης που μου δωρίστηκε αλλά μου φάνηκε εντελώς παρωχημένος και βαρετός. 

Ακόμα και «Τα παιδιά του πλοιάρχου Γκραντ», που μου χάρισε ο νονός μου όταν ξεκίνησα το δημοτικό, έπεσαν βαριά στην ανώριμη συνείδησή μου και μόλις και μετά βίας τα τελείωσα στην έκτη τάξη. 

Επομένως, δεν ήμουν το παιδί-θαύμα που κατανάλωνε βιβλία σαν καλοκαιρινά παγωτά, ούτε μεγάλωσα σε μια οικογένεια που αγαπούσε το διάβασμα (φυσικά δεν τους κατηγορώ γι’ αυτό).

Το διάβασμα τ’ αγάπησα απ’ το κατηχητικό και τη δανειστική βιβλιοθήκη του, από τη Σχολή Φιλολογίας που μου άνοιξε τη λογοτεχνική μου παιδεία, από τις κριτικές των εφημερίδων που μ’ έφεραν σε επαφή με την τρέχουσα πεζογραφία.

Οταν πέρασα στο Πανεπιστήμιο, μου χάρισαν τους «Αδελφούς Καραμαζώφ», τους οποίους διάβασα με επίγνωση της κλασικής τους αξίας, ενώ με το χαρτζιλίκι μου αγόρασα το πρώτο μου βιβλίο, τα ποιήματα του Καβάφη.

Ο Ντοστογιέφσκι και ο Καβάφης έδωσαν τη θέση τους στον Καζαντζάκη, που με συντάραξε με την ορμή της «Ασκητικής» του και με άγγιξε με το κρητικό πνεύμα τού «Καπετάν Μιχάλη».

Την πρώτη τη διάβασα στο Σπουδαστήριο της Φιλοσοφικής Σχολής (χώρος συχνά πιο σημαντικός από τα βαρετά αμφιθέατρα), τον δεύτερο τον διάβασα με συγκίνηση στον καναπέ της γιαγιάς σ’ ένα χωριό του Ρεθύμνου.

Εκτοτε, διάβασα πολλά, τόσο στο πλαίσιο των φιλολογικών μου σπουδών, που μου υπαγόρευσαν τον ελληνικό Κανόνα, χωρίς πάντα να με πείσουν για τη διαχρονική αξία έργων που ανέκαθεν θεωρούνταν σπουδαία, όσο και στο πεδίο των προσωπικών αναζητήσεων.

Ετσι, αγάπησα τον ανοικτοθάλασσο Οδυσσέα Ελύτη και τον ταπεινό Νικηφόρο Βρεττάκο -αλλά όχι τόσο τον γειωμένο Γιώργο Σεφέρη-, τους εμβληματικούς Ανδρέα Φραγκιά, Σπύρο Πλασκοβίτη, Αρη Αλεξάνδρου -αλλά όχι τόσο τη γενιά του ’30-, τον σοκαριστικό Εμμ. Ροΐδη και τον εικονοκλαστικό Θ. Βαλτινό, τον «Ισμαήλ Φερίκ Πασά» της Ρ. Γαλανάκη ως αναγέννηση του ιστορικού μυθιστορήματος -αλλά όχι πάντα τις κλασικές εκδοχές του είδους-, τη νεόκοπη αστυνομική λογοτεχνία όταν παύει να εμμένει στη δράση και στο αίνιγμα κ.ά.

Από την άλλη, μυήθηκα στην παγκόσμια λογοτεχνία από τις βιβλιοκρισίες των κυριακάτικων φύλλων κι έτσι προσέγγισα όχι μόνο τους κλασικούς, αλλά κι ό,τι καινούργιο ερχόταν τη δεκαετία του ’90 στην Ελλάδα.

Η μεταφρασμένη πεζογραφία, οι ξένες κουλτούρες, η μαγεία του Μ. Κούντερα δίπλα στη σόμπα του στρατοπέδου, του ανατολίτη Ν. Μαχφούζ, του συναρπαστικού Ζ. Σαραμάγκου, του παιγνιώδους Ι. Καλβίνο, του εμβριθούς Α. Οζ, του μεταιχμιακού Ο. Παμούκ και άλλων, κυρίως από μικρές ξένες λογοτεχνίες, μ’ έκαναν πολίτη του κόσμου, αναγνώστη μιας παγκόσμιας λογοτεχνίας που ανοίγει το μυαλό των επαρχιωτών Ελλήνων, σαράκι που τρυπώνει στο μεδούλι του μυθιστορήματος, αυτής της ναυαρχίδας, όπως θεωρείται, της λογοτεχνίας.

Η μεταφρασμένη πεζογραφία μ’ έκανε να ξαναδώ την ελληνική, χωρίς να την υποτιμώ, μ’ έκανε ταξιδιώτη σε μια κρουαζιέρα, πολύγλωσση και πολυπολιτισμική. Εβλεπα τις μικρές λογοτεχνίες σαν κουλτούρες ανάλογες με τη δική μας, τις οποίες αξίζει να διαβάσω, ώστε να αντιληφθώ πώς πιθανόν μας βλέπουν κι εμάς στο εξωτερικό.

Δεν νιώθω τύψεις που δεν έχω διαβάσει μερικά απ’ τα βαριά χαρτιά της παγκόσμιας μοντερνιστικής λογοτεχνίας, όπως τον Τζ. Τζόις ή τον Μ. Προυστ, αλλά χαίρομαι που ανακάλυψα πολλά εξαίσια έργα, αναγνωρισμένα ή μη, όπως τη «Ζωή.

Οδηγίες χρήσεως» του Ζ. Περέκ, την «Πανούκλα» του Α. Καμί, το «Μηδέν και το άπειρο» του Α. Κέσλερ, τον «Μαιτρ της Δευτέρας Παρουσίας» του Λ. Πέρουτς, το «Διαβάζοντας στη Χάννα» του Μπ. Σλινκ. Ανακάλυπτα σιγά σιγά έναν κόσμο που δεν μου τον σύστηνε η τηλεόραση, δεν τον κάλυπτε το διαδίκτυο, δεν τον αγκάλιαζε η άμουση κοινωνία μας.

Οι αναγνώσεις δεν τελειώνουν ποτέ (με πάνε πέρα δώθε ως αναγνώστη, ως φιλόλογο, ως κριτικό), είτε πρόκειται για βιβλία που προσφέρουν πνευματική ή συναισθηματική απόλαυση είτε για βιβλία θεωρίας λογοτεχνίας, που ενισχύουν το αναγνωστικό μου ένστικτο, είτε ακόμα και έργα της παιδικής λογοτεχνίας, που σκάνε σαν πυροτεχνήματα μέσα στη σοβαροφάνεια της ενήλικης βιβλιοπαραγωγής.

• Τελευταίο βιβλίο του Γ.Ν. Περαντωνάκη είναι η μελέτη «Η μεταπολιτευτική κριτική» (Πόλις, 2013)

Επιμέλεια: Μισέλ Φάις