Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Δεν πάει καιρός αφ’ ότου μιλώντας από τηλεφώνου με δικούς της, η Βούλα Δαμιανάκου ακούστηκε για πρώτη φορά καταπτοημένη: «Αποχαιρετάω», είπε.

Ζούσε με την κόρη της, τη ζωγράφο Ελένη Βασιλοπούλου (από έναν πρώτο γάμο της), στο φιλόξενο σπίτι της Νέας Μάκρης, στο ίδιο σπίτι που ήταν με τον σύντροφό της, στη ζωή και στα γράμματα, Βασίλη Ρώτα («έφυγε» το 1977) – μεταφραστές αμφότεροι, εκτός των άλλων, των Απάντων του Σέξπιρ (συν η τετράτομη μελέτη της Δαμιανάκου για το έργο του Αγγλου συγγραφέα). Και ήταν χτες που η κόρη της ανακοίνωσε το αναμενόμενο.

Ο θάνατος τη βρήκε τη νύχτα της Κυριακής προς τη Δευτέρα στο σπίτι της, αρνούμενη –όντας ανυπόταχτη σε όλα– παρά τις ταλαιπωρίες των τελευταίων ημερών, να μεταφερθεί σε νοσοκομείο. Σήμερα οδεύει στη γενέτειρά της Μυρσίνη (ή Πάνιτσα) της Μάνης, όπου σύμφωνα με επιθυμία της θα ταφεί.

Σε κάποιες βιογραφίες η Δαμιανάκου αναφέρεται ότι γεννήθηκε το 1914 και άρα «έφυγε» στα 102 της. Η ταυτότητά της όμως αναγράφει ότι γεννήθηκε το 1920 και το ίδιο υποστήριζε και η ίδια. Γεγονός πάντως είναι ότι ώς λίγο πριν από τα τελευταία της τα είχε, που λέμε, τετρακόσια.

Να παρακολουθεί, να συμμετέχει, να πάσχει, να καταγγέλλει. Και πάντα, όντας ενεργή και ως συγγραφέας, μόλις τέλειωνε ένα βιβλίο να αρχίζει ένα άλλο – βασιλική δρυς, όπως θα έλεγε και η ομότεχνη, φίλη και συναγωνίστριά της Ελλη Αλεξίου.

Με τον Οτζαλάν

Είναι λοιπόν η Βούλα Δαμιανάκου – που και τι δεν υπήρξε, και τι ανθρωπίνως δυνατό δεν διέπραξε (και… επέζησε): γέννημα της Μάνης, αγωνίστρια στην Εθνική Αντίσταση, ταμένη (μαζί με την κόρη της) στη μνήμη και το έργο του Βασίλη Ρώτα.

Είναι αυτή που φιλοξένησε τον διωκόμενο ηγέτη των Κούρδων Αμπντουλάχ Οτζαλάν (το πώς και το γιατί στο βιβλίο της «Ο Οτζαλάν στο σπίτι μου») και παραλίγο να καταδικαστεί. Που αρνήθηκε, μολονότι την είχε ανάγκη, τη β’ κατηγορίας τιμητική σύνταξη που της απονεμήθηκε.

Που, δικαιούχος, μεταξύ άλλων, των στίχων των έργων «Ενας Ομηρος» του Μπίαν και «Ορνιθες» του Αριστοφάνη, που μελοποίησαν αντίστοιχα ο Μίκης Θεοδωράκης και ο Μάνος Χατζιδάκις, ξέκοψε από την ΑΕΠΙ, επειδή δεν άντεχε τον γραφειοκρατικό βρόχο. Και τόσα άλλα, που ιστορεί στο βιβλίο της «Από το ληστή του νόμου κάλλιο στο ληστή του δρόμου» (όλα στις εκδόσεις Επικαιρότητα).

Από τους τελευταίους της μεγάλης λογοτεχνικής, αγωνιστικής αριστερής γενιάς: Κώστας Βάρναλης, Μάρκος Αυγέρης, Ελλη Αλεξίου, Στρατής Δούκας, Διδώ Σωτηρίου, Δημήτρης Φωτιάδης, Ζήσης Σκάρος, Νίκος και Ρίτα Μπούμη-Παπά, Σοφία Μαυροειδή-Παπαδάκη, Γιάννης και Ρόζα Ιμβριώτη κ.ά.– που συναντιούνταν προδικτατορικά κάθε Πέμπτη στο σπιτικό του Αυγέρη και της Αλεξίου, σε μια από τις τελευταίες φιλολογικές-ιδεολογικές συνάξεις.

«Υπεύθυνη δήλωση»

Ενα από τα σημαντικά έργα της Δαμιανάκου είναι το βιβλίο-μαρτυρία «Υπεύθυνη δήλωση» – «αγαπημένη από τους αναγνώστες, απαγορευμένη από τη χούντα, εξαντλημένη από χρόνια κι αδιόρθωτη απ’ την αρχή ώς το τέλος, ξαναβγαίνει στον κόσμο. Για πρώτη φορά βγήκε την άνοιξη του 1963», γράφει η ίδια προλογίζοντας τη δεύτερη έκδοση (1974) του βιβλίου. Και στη συνέχεια ο Βασίλης Ρώτας, αναφερόμενος στο περιεχόμενο του ίδιου βιβλίου:

«Ο δρόμος σκληρός. Κινάει από την ειδυλλιακή παιδικότητα της ζωής, όπως ήταν πριν πάρει την κατηφόρα μέσα στη σημερινή σύγχυση, γύρω εκεί στην εφηβεία του αιώνα μας, όταν ακόμη φυσούσαν κάποια γνώριμα και τίμια πνεύματα και το κλίμα είχε ήθος και καλούς τρόπους κι είχαν ακόμη πέραση κάποιες αρχές κι είχε αρχίσει να ορθοποδίζει κάποιος πολιτισμός και να σηκώνει το ανάστημά της κάποια κοινή γνώμη με παρρησία […] Η διαδρομή είναι τερατώδης, εφιαλτική.

Κάτω απ’ τη μαύρη πλάκωση τ’ ουρανού προχωρεί με γκρεμίσματα και χαλάσματα, ο δρόμος καταματωμένος, με σκοτωμένους άθαφτους, μ’ ερημιές άγριες γύρω, με λαχανιασμένους που τρέχουν σαν τρελοί χωρίς να βλέπουν γύρω τους, χωρίς ν’ ακούνε.

Ο αέρας είναι γεμάτος θρήνο, απ’ τα σκοτεινά πλάγια ακούγονται βογγητά από βασανισμένους, χαμένους κι απελπισμένους, τραγούδια από μελλοθάνατους, μπαταριές από εχτελεστικά τσούρμα, φωνές και κλάψες βραχνές από χαμένα παιδιά, λαχταριστά χουγιατά από γιουρούσια […] έξαλλες κατάρες και αναθέματα από μαυροφορεμένες που σηκώνουν ψηλά τα χέρια και τα κουνάνε απελπισμένα […]».

Και δυο λόγια από την ίδια τη Δαμιανάκου, στο βιβλίο της «Από το ληστή του νόμου…»: «{…} περάσαμε τριπλή κατοχή […] Και τ’ αντέξαμε […] Μα τούτη η μνημονιακή κατοχή […] φέρνουν ένα πνίξιμο στο λαιμό, σα να αιωρείσαι κιόλας στην κρεμάλα…»