«Το παρμπρίζ του αυτοκινήτου ήταν πάλι γεμάτο διαφημιστικά», λέει μπαίνοντας φουριόζα και εκνευρισμένη η φίλη μου στο γωνιακό καφέ όπου ξεκλέβουμε λίγες στιγμές όποτε μπορούμε.
Της χαμογελώ με κατανόηση – το ίδιο παθαίνω κι εγώ, κάθε μέρα, όπου κι αν παρκάρω.
«Κοίτα, κοίτα», μου λέει και πετάει τρία-τέσσερα φυλλάδια πάνω στο τραπεζάκι.
Τα πιάνω και τα περιεργάζομαι.
Στο πρώτο, δύο καλλίγραμμοι άνθρωποι, ένα αγόρι και μια κοπέλα, ποζάρουν με μαγιό και μαυρισμένα σώματα σε κάποια κατά τα φαινόμενα τροπική παραλία. «Διατηρήστε το χρώμα και την ανάμνηση του καλοκαιριού όλο τον χρόνο – solarium Σούπερ Τάδε», γράφει το διαφημιστικό σλόγκαν.
Μα εγώ, σκέφτομαι, μόλις έχω μαζέψει τα καλοκαιρινά και κουκουλώνομαι όσο μπορώ πιο πολύ τα βράδια που κοιμάμαι. Εκτός του ότι το καλοκαίρι πηγαίνω στην παραλία για να χαρώ τη θάλασσα και τον ήλιο, όχι για να επιδεικνύω το ηλιοκαμένο μου χρώμα.
«Φροντιστήρια Η Εγγυημένη Επιτυχία – Εξασφαλίστε την εισαγωγή σας στην ανώτερη και ανώτατη εκπαίδευση», το άλλο. Αν είχα παιδιά, θα τα έστελνα εκεί; Μάλλον όχι, είναι η πρώτη αντίδραση. Πώς θα μπορούσε να πείσει ένα κομμάτι ιλουστρασιόν χαρτί; Βέβαια πάλι, ποτέ δεν ξέρεις… Παίρνω πίσω τη βιασύνη μου.
Δεν συνεχίζω, έχουμε άλλα, πιο σημαντικά να πούμε, και τα δίνω με την πρώτη ευκαιρία στο παιδί που μας σερβίρει τον καφέ μας. «Για την ανακύκλωση», εξηγώ.
Αφήνω στην άκρη τα ενοχλητικά φυλλάδια, που ποτέ δεν κατάλαβα τον αντικειμενικό σκοπό τους. Ομως, επιστρέφοντας στο σπίτι και βρίσκοντας άλλα να περιμένουν στο δικό μου παρμπρίζ, και ακόμη μερικά στην είσοδο της πολυκατοικίας, οι σκέψεις μου ξαναγυρίζουν σ’ αυτά.
«Γιατί πετάμε τόσο χαρτί κάθε μέρα;», αναρωτιέμαι. Δεν θυμάμαι να έχω δει κανέναν να τα κρατά, πόσο μάλλον να τα διαβάζει. Μόνο μια ηλικιωμένη κυρία στον Ηλεκτρικό τα τοποθετούσε στο κάθισμα πριν καθίσει.
Στην καλύτερη περίπτωση, οι μαύρες σακούλες σκουπιδιών έξω από τους σταθμούς του μετρό και οι κάδοι απορριμμάτων είναι γεμάτοι από αυτά τα φυλλάδια, που μάλλον σπάνια επιτελούν τον αρχικό σκοπό τους: να διαφημίσουν ένα προϊόν ή μια υπηρεσία.
Στη χειρότερη, κατά δεκάδες τα βλέπεις πεταμένα κάτω και ποδοπατημένα, σαν τους δρόμους και τις πλατείες μετά τις παλαιολιθικές πολιτικές συγκεντρώσεις περασμένων δεκαετιών.
Αραγε, πού καταλήγουν όλα αυτά τα διαφημιστικά; Φτάνουν στους κάδους της ανακύκλωσης; Αν ναι, πάλι καλά.
Και πάλι, όμως, πώς κατασκευάστηκαν; Από πού προέρχεται το χαρτί πάνω στο οποίο τυπώθηκαν; Και γιατί το σπαταλάμε έτσι; Διαφημιστικοί οι λόγοι, θα μου πείτε. Ανθρωποι κερδίζουν τη ζωή τους ή ένα χαρτζιλίκι από αυτή τη δουλειά, φτιάχνοντας ή μοιράζοντάς τα.
Τώρα πια, βέβαια, δεν μπορούμε να ελέγξουμε τα μηνύματα που λαμβάνουμε στο ηλεκτρονικό ταχυδρομείο μας, άλλα με τη μορφή των ανεπιθύμητων -ευτυχώς, τα περισσότερα καταλήγουν κατευθείαν στον φάκελο αυτό- και άλλα διότι κάποια στιγμή το ταχυδρομείο μας έγινε γνωστό κάπου.
Είτε αθέλητα -μερικές φορές είναι αναγκαίο να δώσεις την ηλεκτρονική σου διεύθυνση, αν θέλεις να εξυπηρετηθείς με ταχύτητα σε κάποια τράπεζα ή άλλη υπηρεσία, και μετά αυτό παίρνει τον δρόμο του- είτε με δική μας ευθύνη: θέλουμε να ενημερωνόμαστε για προσφορές προϊόντων, για εκδηλώσεις κ.ο.κ.
Αυτό που δεν σκεφτόμαστε τότε είναι ότι μπαίνουμε σε έναν φαύλο κύκλο χωρίς τέλος. Και πετάμε μηνύματα στον άλλο κάδο απορριμμάτων, τον ηλεκτρονικό, που ποτέ δεν παραπονιέται, όσο γεμάτος και αν είναι.
Αλλά εμένα με ενδιαφέρουν πολύ αυτά τα φύλλα χαρτιού. Πολύ τα λυπάμαι, έτσι στολισμένα και περιποιημένα και τόσο, μα τόσο άχρηστα. Και όχι μόνο γιατί η οικολογική μου συνείδηση εξανίσταται στη σπατάλη. Τα λυπάμαι και γιατί σχεδόν κανείς δεν τα διαβάζει, σχεδόν κανείς δεν τους δίνει σημασία.
Και η πτώση τους στο έδαφος δεν έχει καν την ομορφιά κάποιων άλλων φύλλων, που αφού επιτέλεσαν τον σκοπό τους, προσφέροντας ομορφιά, σκιά και δροσιά το καλοκαίρι, πέφτουν στη γη, χαρίζοντας μια νότα ρομαντισμού στο γκρίζο φθινόπωρο.
