Δύο κυρίως τρόποι υπάρχουν για να κατανοήσει κανείς την έκβαση του βρετανικού δημοψηφίσματος. Ο πρώτος είναι να το συνδέσει με την ιστορική ιδιαιτερότητα της Βρετανίας και την πολυτάραχη σχέση της με την ευρωπαϊκή ενοποίηση.
Ας μην ξεχνάμε ότι οι δύο πρώτες αιτήσεις ένταξης των Βρετανών προς την Ε.Κ. απορρίφθηκαν από τον πρόεδρο Ντε Γκολ, διότι ο ευρωπαϊσμός τους κρίθηκε ανεπαρκής, ενώ η Βρετανία υπήρξε επίσης το μόνο κράτος που διεξήγαγε δημοψήφισμα εξόδου από την Κοινότητα αφού είχε ήδη γίνει μέλος.
Η δεύτερη προσέγγιση είναι να συνδέσει κανείς τη νίκη του Brexit με τη διαδικασία αποσύνθεσης της Ε.Ε. μετά την κρίση του 2008.
Εδώ πρέπει να τονιστεί ότι μετά το 1961, η Βρετανία πάντα συμβίβαζε τον μετα-αποικιακό εθνικισμό της με τα οικονομικά οφέλη της ένταξης στην Ε.Ε. Επομένως, το γεγονός ότι ο συμβιβασμός αυτός ανατράπηκε τώρα και όχι νωρίτερα υποδηλώνει πως κάτι σημαντικό άλλαξε πρόσφατα στις σχέσεις Βρετανίας – Ε.Ε.
Νομίζω πως για να κατανοήσουμε πλήρως αυτό που συνέβη στις 23 Ιουνίου είναι απαραίτητο να υιοθετήσουμε και τις δύο προσεγγίσεις ταυτόχρονα.
Πρέπει δηλαδή να συνειδητοποιήσουμε ότι το Brexit ήταν μια απόφαση με βαθιά ιστορικά και πολιτιστικά εθνικά κίνητρα, αλλά και πως τα κίνητρα αυτά εξέλαβαν εκρηκτικές διαστάσεις λόγω των αδιέξοδων πολιτικών της Ε.Ε. μετά το 2008.
Το πρώτο συμπέρασμα που συνάγεται από αυτήν τη διπλή οπτική είναι ότι το Brexit δεν πρόκειται να δρομολογήσει κατ’ ανάγκη παρόμοιες αντιδράσεις σε άλλα κράτη της Ενωσης, υπό τον όρο ότι στο μεταξύ τα αίτια της σημερινής ευρωπαϊκής κρίσης θα αρχίσουν να αντιμετωπίζονται.
Κάτι τέτοιο, βεβαίως, θα απαιτούσε τον τερματισμό της αέναης λιτότητας εντός της ευρωζώνης, τον εκδημοκρατισμό των θεσμών της Ε.Ε. και την αποτελεσματική αντιμετώπιση του Γερμανικού Ζητήματος.
Παρά τις δυσκολίες, οι προοπτικές μιας τέτοιας λύσης υπάρχουν ακόμη, αρκεί οι προοδευτικές δυνάμεις της Ευρώπης να συσπειρωθούν αμέσως γύρω από πλατιές συμμαχίες κατά της λιτότητας στο πρότυπο του Λαϊκού Μετώπου. Η κυβέρνηση Κόστα στην Πορτογαλία αποτελεί ενδεικτικό παράδειγμα.
Το δεύτερο συμπέρασμα που προκύπτει από τη διπλή ερμηνεία του βρετανικού δημοψηφίσματος είναι ότι οι καθεστωτικές ιδεοληψίες, όπως η περιβόητη θεωρία του εξευρωπαϊσμού, δεν είναι μόνο ανεπαρκείς, αλλά και επικίνδυνες.
Περιπτώσεις όπως αυτή τη Βρετανίας (αλλά και της Ελλάδας μετά το 2010) επιβεβαιώνουν τραγικά ότι η μακροχρόνια αλληλεπίδραση μιας χώρας με τους θεσμούς της Ε.Ε. δεν οδηγεί απαραίτητα στον «εξευρωπαϊσμό» της.
Αντιθέτως, τόσο η βρετανική όσο και η ελληνική εμπειρία δείχνουν ότι, ιδίως όταν οι ευρωπαϊκοί θεσμοί υπολειτουργούν ή επιβάλλουν αυταρχικά «τη λογική τους», συχνά προκαλούνται ανεπιθύμητες αντιδράσεις πυροδοτώντας μια βραδυφλεγή διαδικασία αποευρωπαϊσμού.
Το Brexit συνιστά την πιο τρανταχτή απόδειξη της ύπαρξης αυτού του φαινομένου, δηλαδή μιας αρνητικής διαλεκτικής σχέσης όπου η στενότερη αλληλεπίδραση κάποιων εθνών-κρατών με την Ε.Ε. τελικά αναμοχλεύει τα εθνικιστικά ανακλαστικά τους, καλλιεργώντας την ξενοφοβία, τον λαϊκισμό και τη φυγή προς ένα δήθεν «ένδοξο» προενταξιακό παρελθόν.
Τρίτον, η ερμηνεία του Brexit ως συνδυασμού εθνικών και ευρωπαϊκών παραγόντων μάς επιτρέπει ακόμη να δούμε καλύτερα την κεντρική επίδραση της Ακροδεξιάς.
Οι ευρωσκεπτικιστές πάντα υπήρξαν πονοκέφαλος για τους ηγέτες των Βρετανών Συντηρητικών, εξαιρουμένης της κ. Θάτσερ. Ομως η κομματική ενότητα και η επιθυμία διατήρησης της εξουσίας τούς επέβαλαν έναν σημαντικό βαθμό αυτοσυγκράτησης.
Ωστόσο, η άνοδος του Κόμματος Βρετανικής Ανεξαρτησίας (UKIP) μετά τις ευρωεκλογές του 2004, χρησιμοποιώντας τον λαϊκιστικό λόγο της ευρωπαϊκής Ακροδεξιάς, άρχισε να μετατρέπει τον ευρωπαϊσμό της εκάστοτε ηγεσίας των Συντηρητικών σε εκλογικό μειονέκτημα.
Το UKIP μπορούσε τώρα να αφαιρεί μια κρίσιμη μάζα ευρωσκεπτικιστών, υποχρεώνοντας έτσι τον Κάμερον να υποσχεθεί το 2013 ένα ριψοκίνδυνο δημοψήφισμα προκειμένου να τους επαναφέρει στο κόμμα του.
Κρίσιμο ρόλο, τέλος, έπαιξε η ικανότητα της Ακροδεξιάς να παρουσιάσει τη μαζική προσέλευση μεταναστών από την Ανατολική Ευρώπη ως δήθεν οικονομική συμφορά.
Μετά τη διεύρυνση του 2004, η καθαρή μετανάστευση από την Ε.Ε. πράγματι ανήλθε στο 1,3 εκατομμύριο, ενώ τα προηγούμενα 12 χρόνια μόλις ξεπερνούσε τις 150.000. Ομως, ο αριθμός αυτός αντιστοιχεί μόλις στο 2% του πληθυσμού της Βρετανίας, ενώ η συμβολή των μεταναστών στην ανάπτυξη υπήρξε γενικά θετική.
Από το 1990 ωστόσο, η κ. Θάτσερ προπαγάνδιζε τη «διεύρυνση» της Ε.Κ. ως το αντίδοτο των ευρωσκεπτικιστών κατά της «εμβάθυνσης» που πρότειναν οι ευρωπαϊστές. Ο χρόνος, δυστυχώς, τη δικαίωσε ως προς τη Βρετανία. Το όραμά της όμως πρέπει να ηττηθεί σε όλη την υπόλοιπη Ευρώπη.
* Επίκουρος καθηγητής Πολιτικών Επιστημών στο Πανεπιστήμιο του Κόβεντρι της Βρετανίας
