Πρόκειται για το τελευταίο βιβλίο του Ζακ Λε Γκοφ (1924-2014), που κυκλοφόρησε στη Γαλλία το 2010.
Ιστορικός του Μεσαίωνα, εμβληματική φυσιογνωμία της σχολής των Annales και της «νέας ιστορίας», ο Λε Γκοφ είδε τα βιβλία του μεταφρασμένα σε πολλές γλώσσες, ορισμένα από αυτά και στα ελληνικά.
Ανάμεσά τους, το σύντομο δοκίμιο, «Το πουγκί και η ζωή. Οικονομία και θρησκεία στον Μεσαίωνα» (Κέδρος 2015), στο οποίο μελετούσε τη στάση της Εκκλησίας απέναντι στους δανειστές.
«Ο Μεσαίωνας και το χρήμα» αποτελεί ευρεία επισκόπηση του ρόλου και της εξέλιξης των χρηματικών συναλλαγών, με σκοπό να διαφανούν οι κοινωνικές και πολιτισμικές όψεις του «χρήματος» και όλα όσα αυτό αντιπροσώπευε για τους ανθρώπους του Μεσαίωνα: έννοιες και κοινωνικές αξίες, δοξασίες, με δυο λόγια η σχέση του χρήματος με τον ασαφή –όπως ο ίδιος ο Λε Γκοφ έλεγε– όρο νοοτροπίες.
Η σύνθεση θεμελιώνεται σε μια θέση που ο συγγραφέας δηλώνει ότι την εμπνέεται από το έργο του Καρλ Πολανί: έως τον 18ο αιώνα, στις κοινωνίες της Δύσης, η οικονομία δεν αποτελεί διακριτή σφαίρα, αλλά ενσωματώνεται στις κοινωνικές σχέσεις.
Κατ’ επέκταση, σύμφωνα με την ανάλυση του Λε Γκοφ, το χρήμα διαχέεται σε όλες τις όψεις του κοινωνικού βίου: ως απτή πραγματικότητα, αλλά και ως νοητική κατασκευή, επηρεάζει σκέψεις και δράσεις, δομεί σχέσεις, ενισχύει και αποκλείει κοινωνικές ομάδες.
Είναι άξιο προσοχής ότι το «χρήμα», με τη νεωτερική του σημασία, επιβάλλεται μόλις τον 18ο αιώνα, αλλαγή που σηματοδοτείται με το έργο του Ανταμ Σμιθ, «Ο πλούτος των εθνών».
Οι μεσαιωνικές πηγές κάνουν λόγο για pecunia, για ιδιαίτερα νομίσματα, και «πλούσιος» δεν είναι αναγκαστικά αυτός που διαθέτει χρήματα.
Η παραπάνω διαπίστωση μπορεί, κατά τον συγγραφέα, να μας προφυλάξει από αναχρονισμούς. Πρίγκιπες και αγρότες, Φραγκισκανοί μοναχοί και σχολαστικιστές διανοούμενοι στα μεσαιωνικά πανεπιστήμια, εξέφραζαν όλοι μια ιδιαίτερη στάση απέναντι στο χρήμα, ωστόσο θα ήταν λάθος να μιλήσουμε για «οικονομική σκέψη» του Μεσαίωνα.
Πώς αντιλαμβάνονταν, λοιπόν, τότε, το «χρήμα»;
Η κυρίαρχη χριστιανική θρησκεία πρόσφερε τα νοητικά εργαλεία με τα οποία γίνονταν αντιληπτά «χρήμα» και οικονομική ισχύς.
Με θεολογικές αναφορές πλάστηκε, λοιπόν, η αρνητική φιγούρα του εμπόρου και η πράξη του δανεισμού θεωρήθηκε απόλυτα καταδικαστέα.
Σταδιακά, μονάχα, έμποροι και δανειστές έγιναν αποδεκτοί, ενώ η κατοχή «χρήματος» έπρεπε πάντα να εξαγοράζεται με ελεημοσύνες.
Στον μεσαιωνικό, χριστιανικό πολιτισμό, η υπέρτατη αρετή της caritas, κοινωνική αξία που συμπεριελάμβανε τη φιλία και την αγάπη, συνιστούσε τον κοινωνικό δεσμό μεταξύ των ανθρώπων και με τον Θεό.
Ο Λε Γκοφ συνδέει ρητά την caritas με την οικονομία και υιοθετεί την ιδέα σύμφωνα με την οποία, η διάδοση του χρήματος στην καρδιά του Μεσαίωνα γινόταν κατανοητή ως επέκταση του δώρου, ως φιλανθρωπία ή ελεημοσύνη, δηλαδή ως αναζήτηση της δικαιοσύνης και ως πνευματική απαίτηση που υπαγορεύει στους ανθρώπους η αγάπη για τον Θεό.
Οι παραπάνω θέσεις, για τον μη διακριτό χώρο της οικονομίας και για τον ρόλο της caritas στις «οικονομικές» σχέσεις, θεμελιώνουν την επισκόπηση μιας περιόδου η οποία ποτέ δεν ανταποκρίθηκε στα βασικά, κατά τον Λε Γκοφ, κριτήρια του καπιταλισμού: ευρεία και σταθερή τροφοδότηση από «χρήμα» (σε μορφή πολύτιμων μετάλλων) και διαμόρφωση ενιαίας αγοράς.
Ας σημειωθεί ότι, στο σημείο αυτό, ο Λε Γκοφ διαφοροποιείται από τον Φερνάν Μπροντέλ, ο οποίος υποστήριζε την ανάδυση του καπιταλισμού ήδη από τον 12ο αιώνα στην Ιταλία και από τον 13ο στη Γαλλία.
Το βιβλίο μάς προσανατολίζει σε σημαντικά έργα της κλασικής και της πρόσφατης βιβλιογραφίας, σε επιλεγμένα τεκμήρια, ενώ με την αναφορά σε ιδιαίτερες περιπτώσεις από διαφορετικούς κοινωνικούς κύκλους και γεωγραφικές περιοχές, ο συγγραφέας παρακολουθεί την εξέλιξη της μεσαιωνικής οικονομίας από τον πρώιμο Μεσαίωνα, με έμφαση στα χρόνια από τον 13ο έως τα μέσα του 15ου αιώνα.
Από τη μια πλευρά, το βιβλίο διατρέχει την «εμπορική επανάσταση», τις εμποροπανηγύρεις και τις τοπικές αγορές, τις πόλεις της μισθωτής εργασίας και των δαπανών για την οικοδόμηση των καθεδρικών ναών, τους φιλόδοξους μονάρχες και τη φορολογία, τον νέο πλούτο των εμπόρων, των δανειστών και των τραπεζιτών, την υπερχρέωση και τις οικονομικές κρίσεις.
Ο Λε Γκοφ δίνει πληροφορίες, προσφέρει εξηγήσεις, αποκαθιστά παρεξηγήσεις: η αγροτική οικονομία ποτέ δεν λειτουργούσε εκτός των χρηματικών συναλλαγών· χωροδεσπότες και αγρότες κατέφευγαν στην αγορά της πόλης για να πωλήσουν τη σοδειά και για να αγοράσουν όσα δεν διέθετε η ύπαιθρος, προϊόντα πολυτελείας, οι πρώτοι, είδη πρώτης ανάγκης, οι δεύτεροι.
Η αστική οικονομία αρθρώθηκε στο φεουδαρχικό σύστημα, δεν εναντιώθηκε σε αυτό.
Από την άλλη πλευρά, ο συγγραφέας μάς εισάγει στις θεωρητικές συζητήσεις που γίνονταν στους εκκλησιαστικούς κύκλους γύρω από το χρήμα και γύρω από τον πλούτο, και διαδίδονταν ποικιλοτρόπως, με το κήρυγμα και με την τέχνη, ειδικά με τη γλυπτική.
Εδώ ο Λε Γκοφ επανέρχεται σε θέματα που μας έχει κάνει γνωστά στο Πουγκί και τη ζωή: στην εικόνα του καταραμένου τοκογλύφου, στις αντισημιτικές φαντασιώσεις αλλά και στη σταδιακή νομιμοποίηση του εμπορικού οφέλους ως ανταμοιβής μιας χρήσιμης εργασίας, στην αποδοχή του έντοκου δανείου υπό ορισμένες συνθήκες, όπως η εξιλέωση του δανειστή, και ο λελογισμένος τόκος.
Το ύστατο βιβλίο του «γίγαντα» της μεσαιωνικής ιστορίας, όπως τον αποκαλούσαν, πάσχει κάπως στην οργάνωση της ύλης και παρουσιάζει ορισμένες επαναλήψεις.
Παρά ταύτα, πρόκειται για ένα συνθετικό έργο, στην καλύτερη παράδοση της «υψηλής εκλαΐκευσης», που παρακινεί τον σπουδαστή να διαβάσει περισσότερα και κλονίζει με γόνιμο τρόπο τις βεβαιότητες του φιλίστορα αναγνώστη.
