Γεννημένος στον Πειραιά από πρόσφυγες γονείς, παθιασμένος με τα χρώματα και τα σχέδια από μικρός, μαθητής του Γιάννη Μόραλη και του Σπύρου Παπαλουκά στην Ανώτατη Σχολή Καλών Τεχνών και μετέπειτα καθηγητής και πρύτανης, ο Δημοσθένης Κοκκινίδης, ο Μίμης όπως τον αποκαλούν οι φίλοι του, είναι από τους σημαντικότερους ζωγράφους μας.
Αριστερός όλα τα χρόνια του, «πάλεψε» στους καμβάδες του με το χρώμα και την αφαίρεση, λάτρεψε το σχέδιο και, σε άλλες εποχές, επιχείρησε να μυήσει το πλατύ κοινό στη γοητεία της μοντέρνας τέχνης.
Μετά τον θάνατο της αγαπημένης του γυναίκας, της ζωγράφου Πέπης Σβορώνου (2011), αποφάσισε να μην ξαναζωγραφίσει. Ωστόσο αυτό το καλοκαίρι τα έργα του παρουσιάζονται σε τρεις εκθέσεις. Tο Μορφωτικό Ιδρυμα Εθνικής Τραπέζης (ΜΙΕΤ) στο Μέγαρο Εϋνάρδου εκθέτει «Σχέδια και Μνήμες» από όλες τις περιόδους του.
Ακολούθως στον Πόρο, με έργα «Από την Οδύσσεια», συμμετέχει στην ομαδική έκθεση «Αιγαίο-Ταυτότητες και Διαδρομές» της γκαλερί Citronne. Από τις ωραιότερες εκθέσεις του καλοκαιριού, με εξαιρετικά έργα από καλλιτέχνες πρώτης γραμμής.
Από την ίδια σειρά, 40 έργα του συνομιλούν με τις αρχαιότητες στο Αρχαιολογικό Μουσείο Πόρου, σε συνδιοργάνωση με τη Citronne.
Εκεί τον συναντήσαμε την επομένη του βρετανικού δημοψηφίσματος, με το Brexit να κυριαρχεί. «Το άκουσα στις 6.30 το πρωί από το BBC. Δεν είμαι αρμόδιος, αλλά όπως λένε οι οικονομολόγοι σαφώς θα υπάρξουν εξελίξεις και για την Ελλάδα. Τα πράγματα είναι χάλια, τα έκαναν μούσκεμα οι Εγγλέζοι. Οπως φαίνεται θα χάσουν και τη Σκοτία, που θα ζητήσει να ενωθεί με την Ευρώπη…» σχολιάζει με ελαφρά ειρωνεία.
Στη συζήτηση αναφέρεται στον φίλο του Δημήτρη Μαρωνίτη (βρισκόταν ακόμη εν ζωή), στην τέχνη, στην προσωπική του διαδρομή, στα χρόνια της χούντας αλλά και στον Αλέξη Τσίπρα, ο οποίος επέλεξε δικό του έργο για το γραφείο του στο Μαξίμου.
• Παρουσιάζετε στο ΜΙΕΤ «Σχέδια και Μνήμες» με έργα έξι και πλέον δεκαετιών από όλες τις περιόδους: «Συνοικίες – Προσφυγικά», «Βιετνάμ», «Δικτατορία», «Διαμαρτυρίες»… Μέσα από αυτά περνάει και η Ιστορία της σύγχρονης Ελλάδας, συμφωνείτε;
Μια τέτοια έκθεση βοηθάει τους νεότερους, τους φίλους της τέχνης και τους ερευνητές να αντιληφθούν την πορεία ενός ζωγράφου μέσω του σχεδίου, που είναι μια άλλη έκφραση. Σπάνια θα δεις έκθεση ιστορικής διαδρομής με σχέδια. Πριν από μερικά χρόνια ήταν του Γιάννη Μόραλη, του δασκάλου μου, και τώρα η δική μου.
Με την ευκαιρία της έκθεσης, εκδόθηκε βιβλίο με αναλυτικό κείμενο που συνοδεύει τις περιόδους και παρέχει άγνωστες πληροφορίες για τη διδασκαλία, για τα πρώτα χρόνια μου, τον λόγο που έκανα κάθε ενότητα.
• Πώς αποφασίσατε να ανοίξετε τώρα τα «κιτάπια» σας και να εκθέσετε αποκλειστικά σχέδια;
Το ΜΙΕΤ ετοιμάζει το αρχείο μου. Με την καταγραφή αποκαλύφθηκαν φάκελοι που είχαν να ανοίξουν 20 χρόνια. Τους είχα ξεχάσει κι εγώ. Οταν βλέπεις σχέδια με σημειώσεις από τα 20 και τα 30 σου, ταράζεσαι. Σήμερα είμαι 87 ετών. Το σχέδιο έχει ενδιαφέρον και, δυστυχώς, στην Ελλάδα δεν αποτιμάται, δεν εκτιμάται. Κυριαρχεί η ζωγραφική με τα χρώματα και τις περίπλοκες συνθέσεις.
Το σχέδιο είναι πεταμένο στην άκρη, αν και είναι ο γεννήτορας της ζωγραφικής. Είναι η φυσική λειτουργία του καλλιτέχνη, το πρωτογενές στοιχείο. Εχει την αμεσότητα που δεν έχει η ζωγραφική. Τα χέρια παίρνουν εντολές από το συναίσθημα και τον εγκέφαλο ταυτόχρονα, κάτι σπάνιο στην οργανωμένη, εκλογικευμένη λειτουργία ενός έργου τέχνης. Αυτά είναι τα προσόντα του σχεδίου.
Γι’ αυτό χαιρόμαστε όταν βλέπουμε σχέδια του Νταλί ή του Γκόγια. Για μένα ο Γκόγια είναι αποκάλυψη όχι μόνονγια το καλλιτεχνικό έργο του, αλλά και για την κριτική σκέψη του. Στα σχέδιά του απεικόνισε τα βάσανα του ισπανικού λαού από τους πολέμους, την καταπίεση.
• Και το δικό σας έργο έχει πολιτικές αναφορές…
Ε, σαν παλιός αριστερός.
• Παλιός ή αριστερός σκέτο;
Είμαι παλιός και παραμένω αριστερός. Αλλου τύπου. Δεν ξέρω τι είναι η Αριστερά πια. Αυτοί που μας κυβερνούν είναι νεότεροι. Ο πρωθυπουργός είναι νέο παιδί, δεν έχει ζήσει αυτά που ζήσαμε μετά τον Εμφύλιο, με τις διώξεις. Το Κομμουνιστικό Κόμμα ήταν διωκόμενο, δεν υπήρχε αριστερός που να μην πήγε στο βουνό.
Τα αστικά κόμματα κατάφεραν να φτάσουν εκεί που έφτασαν τη χώρα ώστε να μας έρθει μια επταετία, μαύρη, κατάμαυρη… Εζησα την Αριστερά από τα νιάτα μου. Κάναμε την «Ομάδα τέχνης α» με τον Γιάννη Χαΐνη, σπουδαίο εμπνευστή και θεωρητικό από τον οποίο έμαθα πολλά και σήμερα γερνάμε μαζί.
Τολμήσαμε να δείξουμε τη μοντέρνα τέχνη στο πλατύ κοινό ξεκινώντας από τους μεγαλύτερους καλλιτέχνες. Διοργανώναμε εκθέσεις, συζητήσεις και εξηγούσαμε στον κόσμο ότι η μοντέρνα τέχνη έχει ενδιαφέρον. Είπαμε «μην κοιτάς μόνο την αναπαράσταση, κοίταξε και την αφαίρεση».
• Η ενότητα «Συνοικίες – Προσφυγικά» είναι πολύ δυνατή, αν δει κανείς τα έργα έστω μια φορά, δεν τα ξεχνάει. Από όλες τις ενότητες ποια είναι η πιο δυνατή καλλιτεχνικά ή βιωματικά;
Είναι αυτό που σου λέω, με ένα πινέλο και σινική μελάνι αγγίζεις το χαρτί και βγαίνει κάτι πολύ δυνατό και δικό σου, αλλά δεν μπορείς να κάνεις διόρθωση. Εκανα τα «Προσφυγικά» με ορθολογικό τρόπο. Δεν έψαχνα να βρω το στιλ, το ζωγραφικό ύφος.
Είναι αναπαράσταση, και την εποχή εκείνη ήταν φουλ η αφηρημένη τέχνη. Εγώ επέμεινα στη ρεαλιστική αναπαράσταση, όχι στη νατουραλιστική. Ηταν οι παιδικές μου αναμνήσεις. Εκεί γεννήθηκα. Στις παράγκες μέσα μεγάλωσα. Απόγονος προσφύγων ήμουν.
Λοιπόν τα έκανα με μεγάλο κέφι, πέντε χρόνια δούλευα την ενότητα. Το λέω για τα «Προσφυγικά» γιατί ήμουν νέος. Είχα πρόβλημα εσωτερικό και έλεγα «όλοι κάνουν αφηρημένη τέχνη κι εγώ αυτά;» Τόλμησα όμως. Ολοι οι φίλοι μου είχαν περάσει στην πλήρη αφαίρεση.
• Οταν παρουσιάσατε τα «Προσφυγικά» (1958 – 1964) τι κριτικές πήρατε;
Καλές, σε αντίθεση με το «Βιετνάμ» (σ.σ. 1963-1967) που ακολούθησε. Τρομάξαν. Οι πίνακες είχαν όλο κίτρινο και τα σχέδια ήταν αρκετά ωμά δείχνοντας τη βία των Αμερικάνων. Την περίοδο εκείνη περνούσαμε στη δικτατορία.
Μου λέει η Στεφάνου, η ποιήτρια που ήταν υπεύθυνη της γκαλερί: «Μίμη, να κλείσουμε την έκθεση, θα μας τα διαλύσουν». Είχαν βγει οι φασίστες στους δρόμους και τα έσπαγαν. Από την πρώτη βδομάδα τα μαζέψαμε…
• Και μέσα στη δικτατορία;
Είχα κάτι χαρτόνια 50χ50 και έκανα όλους τους συνταγματάρχες ρεαλιστικά. Μια σειρά από αυτά τα δώρισα στο ΕΜΣΤ. Μου λέει η γυναίκα μου «θα σε σκοτώσουν αν τα βρουν». Οι περισσότεροι θυρωροί τότε ήταν οι χαφιέδες. Οχι όμως της δικής μας πολυκατοικίας. Μια μέρα μου λέει: «Κύριε Κοκκινίδη, να προσέχετε.
Ηρθαν και με ρώτησαν πού πάτε με τα χαρτόνια. Να ζωγραφίσει ο άνθρωπος, τους είπα». Ομως αυτά δεν μπορούσα να τα εκθέσω. Ετσι αποφάσισα να κάνω τις «Ταυτότητες». Ηταν όλοι οι διωκόμενοι, Μαγκάκης, Παύλος Ζάννας, Σάκης Καράγιωργας, Κουτσόγιωργας… Εκανα τα πορτρέτα τους. Λέω στη Ζουμπουλάκη «αυτά μπορώ να τα παρουσιάσω».
Κάνουμε την έκθεση και έρχεται ο Τσάκωνας, υπουργός Πολιτισμού. «Γιατί ο Κοκκινίδης κάνει συνέχεια φυλακισμένους πίσω από κάγκελα και δεν κάνει νεκρές φύσεις;» την ρωτάει. Και η Πέγκυ είχε το θάρρος να απαντήσει: «Βγάλτε τους από τη φυλακή και θα σας κάνει νεκρές φύσεις». Εχει μείνει στην ιστορία η απάντηση. «Να κατεβάσουμε την έκθεση» της λέω.
«Οχι, έχουν τον Μαρωνίτη μέσα και τον βασανίζουν. Το έδειξαν τα ξένα κανάλια, ίσως ο Τσάκωνας δεν θέλει να προκαλέσει κι άλλο», μου απάντησε. Ετσι και έγινε. Αμέσως μετά φορτώσαμε τους πίνακες στο αυτοκίνητο με τη γυναίκα μου και φύγαμε για τη Θεσσαλονίκη. Τα δείξαμε κι εκεί. Ηταν ο Αναγνωστάκης, ο Κουν, καλλιτέχνες, διανοούμενοι. Μετά τα εγκαίνια όλοι μαζί πήγαμε και γλεντήσαμε, ήταν αριστούργημα.
• Ηταν σκοτεινή η εποχή, αλλά ήσασταν νέοι με πάθος για δημιουργία και αντίσταση;
Εμένα δεν με είχαν καταγράψει ως επικίνδυνο αριστερό, γι’ αυτό μπορούσα κάπως να κινηθώ. Ωστόσο, χάσαμε τόσα χρόνια από τις ζωές μας… Πολλοί συνάδελφοι, όπως ο Βλάσσης Κανιάρης. Μαζί φτιάχναμε τα ψεύτικα γαρίφαλα για τα έργα του. Εκείνος, η Βάσω Κατράκη κι εγώ.
• Η μητέρα σας ήταν ρωσικής καταγωγής. Μιλάτε ρωσικά;
Αρκετά· μου μιλούσε η γιαγιά μου. Η μητέρα μου αρνιόταν, γιατί ταλαιπωρήθηκαν πολύ. Δεν ήθελε να ακούει για τη Ρωσία όπως την έζησε μικρή. Εζησαν την επανάσταση. Το σόι της ήταν πλούσιοι καπνέμποροι. Η γιαγιά μου ήρθε με ένα μάτσο ρούβλια και ένα πάκο χαρτιά για τα ακίνητα. Μεγάλη φτώχεια, πεινούσαν, πέθαιναν τα παιδιά τους στον δρόμο. Ο πατέρας μου ήταν από την Αργυρούπολη, στην κεντρική Μικρά Ασία.
Ο παππούς μου, ο Γιώργης Κοκκινίδης, ήταν μεγαλοκτηματίας. Το μόνο που έχω από τη βιβλιοθήκη του είναι ένα λεξικό του 1890. Ηταν καλλιεργημένος άνθρωπος. Πέθανε στα 40 του και όλα τα παιδιά του έφυγαν…
Είστε άνθρωπος που μεγαλώσατε μέσα στην προσφυγιά…
Σε παράγκα έμενα, ρε κορίτσι μου, με πισσόχαρτο. Τον χειμώνα είχαμε τη λεκάνη για τα νερά που έτρεχαν από το ταβάνι και κάτω χώμα. Τι άλλο να σου πω. Εχω δει τι τράβηξαν όσοι πρόσφυγες ήρθαν εδώ.
•Τι σκέφτεστε για τη στάση της Ευρώπης απέναντι στο προσφυγικό;
Τι να πω για την Ευρώπη που έχει φράξει τα περάσματα; Για τους Εγγλέζους, που καταψήφισαν την Ευρώπη; Φοβούνταν ότι θα πάνε εκεί εκατομμύρια πρόσφυγες. Για τα συνθήματα που ακούστηκαν; Είναι απαράδεκτο.
• Για τη στάση της χώρας μας τι έχετε να πείτε;
Οι άνθρωποι εδώ έκαναν ό,τι μπορούσαν. Αλλά πώς να σώσει μια μικρή χώρα 50.000 πρόσφυγες σε εποχή κρίσης; Ο ελληνικός λαός συμπαραστάθηκε, ο καθένας με τον τρόπο του, και μπράβο μας.
• Ο πρωθυπουργός επέλεξε το έργο σας «Αντίθεση» για το γραφείο του στο Μαξίμου.
Από την πρώτη ημέρα. Του έδειξαν διάφορους πίνακες, αλλά δεν τον εξέφραζαν.
• Σας άρεσε η επιλογή του;
Αφού είναι το έργο μου [γέλια]. Να πω την αλήθεια, μου έκανε εντύπωση γιατί είναι στον χώρο που θα έπρεπε. Ανήκει στη σειρά «Διαμαρτυρίες» (1974-1981) και βρίσκεται στις μόνιμες συλλογές της Εθνικής Πινακοθήκης.
• Σας πήραν τηλέφωνο από το Μαξίμου;
Οχι απλώς με πήραν τηλέφωνο, αλλά με κάλεσε ο πρωθυπουργός να δω από κοντά τον πίνακά μου. Και πήγα. Τα είπαμε, φωτογραφηθήκαμε.
• Πώς σαν φάνηκε ο Αλέξης Τσίπρας;
Ευγενέστατος. Μια χαρά ήταν.
• Τι του είπατε;
Οτι δεν θα μιλήσουμε για πολιτική [γέλια]. Του είπα ότι έχουμε ένα Εθνικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης κλειστό και πρέπει να ανοίξει και ένα Φεστιβάλ ακέφαλο αφού βγάλατε τον Λούκο, που ήταν μια χαρά, και τώρα πρέπει να βρείτε τρόπο να λειτουργήσει. Ε, αυτά.
Ο Μαρωνίτης μού ζήτησε να εικονογραφήσω την «Οδύσσεια»
• Η σειρά «Οδύσσεια» πώς προέκυψε;
Εκανα τα πρώτα σχέδια το 1960, όταν διάβαζα στην κόρη μου τις περιπέτειες του Αχιλλέα. Ηταν ο αγαπημένος της ήρωας. Ημασταν πολύ φίλοι με τον Δημήτρη Μαρωνίτη. Είχε ξεκινήσει τη μετάφραση της «Οδύσσειας» για μια πολυτελή έκδοση, απόκτημα εξαιρετικό, και θα έκανε τα σχέδια άλλος συνάδελφος.
Δεν τα βρήκαν και με παίρνει τηλέφωνο. «Μίμη, θέλεις να το αναλάβεις;» με ρωτάει. Ξεκινάω λοιπόν αλλά μετά ένα μήνα με παίρνει ο εκδότης: «Κύριε Κοκκινίδη, να σταματήσετε…» Τελικά, φαλίρισε, και η έκδοση δεν προσχώρησε, αλλά εγώ είχα πάρει φόρα.
Επί είκοσι χρόνια έκανα την «Οδύσσεια». Πάνω από 300 έργα. Περί τα 250 μικρά, εκ των οποίων δώρισα τα 100 στο ΜΙΕΤ. Ζωγράφιζα την «Οδύσσεια» στον ελεύθερο χρόνο μου. Το πρωί τα έργα για τις εκθέσεις και το βράδυ «Οδύσσεια».
• Για ποιο λόγο;
Για δύο. Ημουν γύρω στα εφτά, όταν ένα χειμωνιάτικο βράδυ στη Δραπετσώνα μαζί με δύο ξαδέλφια μου καθίσαμε γύρω από το μαγκάλι και ο θείος μου, ο αδελφός της μητέρας μου, λάτρης της αρχαιότητας, μας αφηγήθηκε την περιπέτεια του Οδυσσέα, έως τις 12 τα μεσάνυχτα. Οταν τέλειωσε, με τον Οδυσσέα να αγκαλιάζει την Πηνελόπη και τον γιο του, εμείς βάλαμε τα κλάματα.
Αυτό μου σφράγισε τη μνήμη. Είπα θα κάνω την «Οδύσσεια» αλλά χωρίς εξυπνάδες. Θα κάνω σχέδια ώστε να είναι κατανοητά σε ένα παιδί και σε έναν άσχετο με την τέχνη, έναν λαϊκό άνθρωπο, όπως ήταν ο περιβόητος θείος μου, ο Θεόφιλος.
