Το μοντέλο της προσοχής που προωθείται από κάθε μηχανισμό εξουσίας είναι εκείνο ενός στρατιωτικού που διατάσσει Προσοχή!: ο παθητικός αποδέκτης διαταγών που εκφωνούνται με απόλυτη αυστηρότητα, που δεν αφήνουν χώρο στην έμπνευση ή στον αυθορμητισμό, που γίνονται αποδεκτές και εκτελούνται με απόλυτη πιστότητα.
Αυτό το μοντέλο εκτείνεται σε όλες τις περιπτώσεις εκμάθησης, που περιέχουν πολλούς τύπους εκπαίδευσης σ’ ένα σχολείο: ο δάσκαλος παρέχει τις πληροφορίες που απαιτεί το πρόγραμμα και οι μαθητές, προσεκτικοί όπως οι στρατιώτες στον στρατώνα, κρατούν σημειώσεις, τις μαθαίνουν από μνήμης και τις αναμασούν στην επόμενη εξέταση ή στο γραπτό διαγώνισμα.
Μια προσεκτική έκθεση αυτών των πληροφοριών θα δώσει μια θετική κρίση για τον μαθητή και το ίδιο σχήμα συμπεριφοράς θα συνεχίσει να κυριαρχεί μέχρι το τέλος του σχολείου:
επειδή είναι ένα άτομο καλά ενσωματωμένο στην κοινωνία, θα περιμένουμε να προσέχει σ’ αυτά που λένε (και κυρίως σ’ αυτά που διατάσσουν) οι ανώτεροί του, να συγκεντρώνεται στις εργασίες που του έχουν αναθέσει και να τις εκτελεί με επιτυχία, δηλαδή σε τέλεια αντιστοιχία με τις οδηγίες τους.
Ο Φρόιντ μιλά για μια κυμαινόμενη προσοχή, τυπική του ψυχαναλυτή κατά τη διάρκεια μιας συνεδρίας: δεν συγκεντρώνεται σε κάτι το συγκεκριμένο, δεν αναζητά κάτι το ιδιαίτερο, αλλά είναι έτοιμος να αντιληφθεί ένα υποβλητικό σημάδι, οποιαδήποτε στιγμή κι αν αυτό παρουσιαστεί.
Αυτός ο τύπος προσοχής ανατρέπει το παραπάνω μοντέλο προσδίδοντάς του αντίθετους σ’ αυτό σκοπούς: δεν πρόκειται πια να ακολουθήσει με επιμέλεια αυτό που ένας άλλος θέλει να πει, δηλαδή ένα περιορισμένο πρόδηλα σημαντικό μέρος της ύπαρξής του, αλλά ολόκληρη την ύπαρξή του, που περιλαμβάνει όλα εκείνα που δεν θέλει να πει (ή να κάνει).
Ενώ η φιλική στην εξουσία προσοχή συγκλίνει και στοχεύει και εννοεί να παράγει επαναλήψεις και επιβεβαιώσεις, η κυμαινόμενη προσοχή είναι αποκλίνουσα και ανιδιοτελής, είναι ένας τύπος παιχνιδιού και συχνά δημιουργεί απόλυτα καινούργιες καταστάσεις, τουλάχιστον για την (επίσημη) συνείδηση των συμμετεχόντων.
Ο Φρόιντ δηλώνει ότι ένας ψυχαναλυτής πρέπει να πληρώνεται αδρά∙ τουλάχιστον έτσι δεν θα απελευθερωθεί ποτέ από τους ασθενείς του. Αντίθετα εμείς πιστεύουμε ότι η κυμαινόμενη προσοχή πρέπει με τη σειρά της να απελευθερωθεί από αυτόν τον δεσμό με την αγορά και να επεκταθεί σε όλα τα μέλη της κοινότητάς μας.
Γιατί σε καθέναν θα πρέπει να προσφέρουμε, στα όρια του εφικτού, την ίδια ανέμελη και ταυτόχρονα βαθιά αποδεκτή θεραπεία, για να δεχτούμε κάθε σκίρτημα της ψυχής του, για να γίνουμε κοινωνοί κάθε ανιδιοτελούς προσφοράς του.
*ομότιμος καθηγητής ΑΠΘ
