Γιώργος Χατζηχρήστος
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Εχοντας αναχθεί σε δομικό στοιχείο του δυτικού σύγχρονου τρόπου σκέψης, το δυαδικό σύστημα των ηλεκτρονικών υπολογιστών (0,1) μετεξελίχθηκε από απλή ψηφιακή απεικόνιση και επεξεργασία ψηφιακών προβλημάτων σε ένα γενικό μοντέλο επεξεργασίας κοινωνικών προβλημάτων.

Ο δυαδικός τρόπος σκέψης, από μέθοδος απλούστευσης και κατηγοριοποίησης των προβλημάτων, μεταλλάχτηκε σε μια σύγχρονη «κατηγοριοποίηση», όχι υπό την έννοια της ομαδοποίησης, της ταξικής συνάθροισης, αλλά ως διαδικασία επίρριψης καταγγελιών, «κατηγοριών», εκ μέρους της επικρατούσας άποψης προς οτιδήποτε έρχεται σε αντιπαραβολή με αυτήν.

Η επικρατούσα άποψη εκφράζεται στη σύγχρονη δυτική κοινωνία μέσω της επιστημονικής ορθολογικότητας. Σε όρους δυαδικότητας, κάθε εναλλακτική επιλογή συγκρινόμενη με το καθολικό ισοδύναμο της επιστημονικής ορθολογικής σκέψης, το οποίο ισούται με ένα, θα παίρνει πάντα την τιμή μηδέν.

Η σχηματική απεικόνιση κοινωνικών προβλημάτων σε: Δεξιά – Αριστερά, Δύση – Ανατολή, Εκσυγχρονισμός – Οπισθοδρόμηση, Ευρώ – Δραχμή, δεν περιγράφει κατηγορικά διλήμματα (δύο λήμματα), αλλά την «κατηγορία» της δεύτερης επιλογής, από την αντίστοιχη ορθολογική.

Το γενικό ισοδύναμο της ορθολογικότητας αποτελεί στοιχείο του καπιταλισμού και διασπείρεται μέσω της διασποράς των καπιταλιστικών δομών.

Ο καπιταλισμός ως μια κοινωνική και οικονομική φιλοσοφία παραθέτει τα εργαλεία του σε μια ανταγωνιστική διάσταση απέναντι σε παραδοσιακές κοινωνικές δομές που είναι από τη φύση τους μη ανταγωνιστικές και ως τέτοιες τις εξαλείφει μία προς μία με όρους ορθολογικότητας.

Κοινωνικά αγαθά, όπως η υγεία και η παιδεία, τίθενται σε μια σύγκριση οικονομικής ανταγωνιστικότητας και κάθε φορά αποδεικνύονται υποδεέστερα από τα αντίστοιχα καπιταλιστικά παράγωγα: τα ιατρικά μηχανήματα, τη διαδικτυακή εκπαίδευση.

Είναι προφανές ότι αυτές οι κοινωνικές δομές δεν θα μπορέσουν ποτέ να γίνουν ανταγωνιστικότερες των ψηφιακών τους ισοδυνάμων. Οσο θα περιγράφονται σε μια ανταγωνιστική δυαδική σχέση με τις καπιταλιστικές δομές θα παίρνουν πάντα την τιμή 0. Μέχρι να καταφέρουμε να αλλάξουμε αυτόν τον (μη) αναλυτικό τρόπο σκέψης, κάθε προσπάθεια διατήρησης των προγενέστερων κοινωνικών δομών θα μοιάζει θνησιγενής.

Η ελληνική κοινωνία αποτελεί τα τελευταία χρόνια έναν χώρο στον οποίο συντελούνται τεράστιες κοινωνικές συγκρούσεις. Υπό τον κίνδυνο εκτροχιασμού από τον μονόδρομο της δυαδικής σκέψης, η επιβολή διαρκώς ανατροφοδοτούμενων ισχυρών διλημμάτων κατέστη απαραίτητη.

Το πάντα επίκαιρο δίλημμα Ευρώ – Δραχμή αποτέλεσε τη ναυαρχίδα της δυαδικότητας, βρισκόμενο διαρκώς σε υποβόσκουσα μορφή. Το ερώτημα δεν τέθηκε ποτέ, όχι γιατί θα έθετε σε κίνδυνο τις κοινωνικές δομές, αλλά γιατί ακριβώς διατηρώντας τη μυστικιστική αίγλη και εξουσία του κρυπτόμενου, τροφοδοτούσε τη φαινομενική εξουσία του ως ΤΟ πρόβλημα.

Καμία άλλη κοινωνία δεν βίωσε με τέτοια ένταση τον «φετιχιστικό χαρακτήρα του χρήματος» και πόσο μάλλον να τον προσδέσει σε μια συγκεκριμένη μορφή χρηματικής απεικόνισης, το ευρώ.

Η αλήθεια είναι ότι τα νομίσματα αποτελούν εργαλεία για την επίτευξη οικονομικών στόχων. Οταν οι στόχοι δεν επιτυγχάνονται, η εμμονική πρόσδεση σε ένα νόμισμα στερείται νοήματος. Κανείς δεν διευκρίνισε γιατί το ζήτημα του νομίσματος έπρεπε να τεθεί στη δυαδική λογική Ευρώ ή Δραχμή; Γιατί όχι και τα δύο ή γιατί όχι κανένα;

Περιοχές όπως το Μπρίξτον ή το Μπράιτον στη Βρετανία διατηρούν ένα παράλληλο δικό τους νόμισμα, χωρίς αυτό να υπονομεύει την αγγλική λίρα. Αυτό που πραγματικά θα υπονόμευε ένα παράλληλο νόμισμα δεν είναι αυτό καθεαυτό το ευρώ, αλλά τα βαθύτερα διλήμματα τα οποία απεικονίζονται στον θεσμό της ευρωζώνης.

Τα ουσιαστικά διλήμματα πρέπει να αποσύρονται μόνιμα από τον δημόσιο διάλογο και να κρύπτονται πίσω από τέτοια «ιερά» ψευτοδιλήμματα.

Τα δομικά κρυπτόμενα διλήμματα τίθενται με συνεχώς αυξανόμενη ένταση όχι στην επιφάνεια, στον δημόσιο διάλογο, αλλά στο υποσυνείδητο κάθε κοινωνίας: στις κοινωνικές δομές, θέτοντας σε σύγκριση τον δάσκαλο και την ηλεκτρονική εκπαίδευση, τον γιατρό και την ιατρική των μηχανημάτων, σε ζητήματα κοινωνικής ισότητας όπως το αν η ύπαρξη της φτώχειας είναι ανεκτή ή όχι, το αν η ανισότητα είναι αναπόφευκτη ή όχι, αν οι ηλικιωμένοι ως μη παραγωγική τάξη είναι άχρηστοι ή μπορούν να προσφέρουν, ακόμα και σε διλήμματα που αφορούν τον τρόπο διασκέδασης.

Οι συγκρίσεις είναι καθολικές και αφορούν όλο το πλέγμα των κοινωνικών σχημάτων. Παρ’ όλο που σήμερα οι δύο εναλλακτικές σε όλα αυτά τα ζητήματα μοιάζει να μπορούν να συνδυαστούν σε μια λογική συγκερασμού και συνύπαρξης στοιχείων (και δάσκαλος και ηλεκτρονική εκπαίδευση, και γιατρός και ιατρικά μηχανήματα), αργά ή γρήγορα, συνειδητά ή ασυνείδητα, τα συνεχώς εκφραζόμενα διλήμματα θα επιτάσσουν κατηγορηματική αποκλειστική απάντηση.

Οσο παραμένουμε εγκλωβισμένοι στα σχήματα της συγκριτικής δυαδικότητας, η κονιορτοποίηση των παραδοσιακών κοινωνικών δομών μοιάζει αναπόφευκτη. Αν επιθυμούμε να διατηρήσουμε ως κοινωνικά στοιχεία τον δάσκαλο, τον γιατρό, τον ρόλο των ηλικιωμένων στην κοινωνία, πρέπει να επαναπροσδιορίσουμε τις αξίες τους αυτοτελώς ως προς τον εαυτό τους και όχι συγκρινόμενες με άλλες αξίες.

Επιθυμούμε να έχουμε δασκάλους γιατί η σχέση μαθητή – δασκάλου έχει μια δικιά της οργανική αξία και όχι γιατί ο δάσκαλος είναι καλύτερος μεταδότης γνώσης. Ειδάλλως, μόλις βρεθεί κάτι αποτελεσματικότερο στη μετάδοση γνώσης, ο ρόλος του θα πάψει. Επιθυμούμε να έχουμε γιατρούς, όχι γιατί αποτελούν απλά τον καλύτερο τρόπο περίθαλψης, αλλά γιατί η σχέση γιατρού – ασθενή έχει μια δικιά της οργανική αξία.

Ειδάλλως, τα μηχανήματα κάποια στιγμή θα αντικαταστήσουν τον γιατρό. Επιθυμούμε να έχουμε ενεργούς ηλικιωμένους, όχι απλά ως μεταδότες εμπειριών ζωής, αλλά γιατί η επαφή μαζί τους έχει μια δικιά της οργανική αξία. Ειδάλλως, τα μηχανήματα ψηφιακής μετάδοσης εμπειριών θα τους αντικαταστήσουν. Ο δυαδικός τρόπος σκέψης πρέπει να αντικατασταθεί από έναν μοναδικό αξιακό προσδιορισμό των πραγμάτων, έναν προσδιορισμό οργανικών αξιών.

Θα αναρωτηθούν φυσικά κάποιοι στη βάση της ντετερμινιστικής σκέψης: Ποιες είναι αυτές οι οργανικές αξίες, πού εντοπίζονται και πώς μπορούμε να τις μετρήσουμε; Απέναντι στον ισχυρισμό ότι «αφηρημένες», «διαισθητικές» αξίες δεν είναι επαρκείς, υπάρχει ο κίνδυνος να συνεχίσουμε να αναπαράγουμε τις ντετερμινιστικές νόρμες, προσπαθώντας να αποδείξουμε την ύπαρξη των οργανικών αξιών.

Ας αντιστρέψουμε λοιπόν το ερώτημα και ας επιστρέψουμε το αποκλειστικό προνόμιο της απόδειξης, προκαλώντας με τη σειρά μας την απόδειξη της μη ύπαρξης των οργανικών αξιών.