Πέρα από τις γενικές γνώσεις, είναι κάποια πράγματα που σου μένουν από το σχολείο, που, όμως, δεν τα χρειάστηκες ποτέ στο πανεπιστήμιο και ίσως δεν τα χρειαστείς και ποτέ στη ζωή σου. Ωστόσο, κατοικοεδρεύουν στο μυαλό και απορείς κι εσύ ποια περιοχή της μνήμης είναι αυτή που τα ανασύρει κάθε φορά, άφθαρτα και καλογυαλισμένα.
Θυμάμαι όλους τους προφήτες της Παλαιάς Διαθήκης, το προοίμιο του Ηροδότου στ’ αρχαία (!) και τις προθέσεις (ξέρετε: κατά, μετά, παρά κ.λπ.). Μπορώ να τα πω όλα, απ’ όξω κι ανακατωτά. Ισως έφταιγε η μητέρα μου, που ήταν πολύ νέα και παίζοντας μαζί με τις κόρες της τους μάθαινε τα πάντα σαν ποιηματάκι. Ισως, πάλι, το μυαλό καταχωρεί γνωσιακό υλικό, έτσι κάπως σαν «απόθεμα» (γι’ αυτό σίγουρα φταίει το κατοχικό σύνδρομο της γιαγιάς μου).
Κι ενώ εσύ αναρωτιέσαι τι να κάνεις με όλες αυτές τις «άχρηστες» γνώσεις, έρχεται η ζωή, που παραφυλάει στη γωνία, και για μία ακόμη φορά αχρηστεύει τη δική σου εντύπωση περί «αχρήστων». Χρειάστηκε να περάσει μια εικοσαετία σχεδόν από τα χρόνια που σουλατσάραμε τις σκέψεις μας ως αμέριμνα μαθητούδια στις τάξεις και τον περίβολο του Δημοτικού, για να καταλάβω πόσο σημαντικά ήταν αυτά τα «άχρηστα» ποιηματάκια – παιχνίδι του τότε, πρόκληση του σήμερα.
Ποιος να το ‘λεγε ότι οι ταπεινές προθέσεις θα γίνονταν καθημερινός εφιάλτης, φιλοσοφικός προβληματισμός και θεμέλιο κατανόησης του κινηματογραφικού αυλωνίτικου «μα πού πάμε, πού πάμε!»… Προς τη μεταδημοκρατία, εκεί πάμε (δηλαδή, εμείς πηγαίναμε όταν αυτή ερχόταν). Το λένε και το ξαναλένε οι ριζοσπαστικοί διανοούμενοι του κόσμου τούτου, σπάζοντας τα νεύρα των νεοφιλελεύθερων, που αρνούνται κάθε παραδοξότητα και κυρίως κάθε λάθος από μεριάς τους.
«Τα ευρωπαϊκά πολιτικά καθεστώτα και το αμερικανικό είναι μια μορφή ατροφικής δημοκρατίας. Η παγκοσμιοποίηση καθιστά πρόδηλο το γεγονός ότι η δημοκρατία παύει να υπάρχει στο κατώφλι των χώρων όπου παίρνονται οι πιο σημαντικές αποφάσεις για την οικονομία». Για ποιον χτυπά η καμπάνα άραγε;
Ο καθηγητής Κόλιν Κράουτς τα ‘χει πει αυτά, στο βιβλίο του «Μεταδημοκρατία» (εκδ. Εκκρεμές). Το διάβασα πριν από δέκα χρόνια (κι αυτό νερό το θυμάμαι) και να σου μπροστά μου η πρόθεση της προθέσεως να μου φανερώνει τα αφανέρωτα. Βρε τι σου είναι το «μετά»…
Ελα, όμως, που με ένα «μετά» δεν ξεμπερδεύεις. Οι υπόλοιπες προθέσεις παραφυλάνε και μου την έχουν στημένη στη γωνία.
Πέφτω πάνω σε νέα έρευνα, σύμφωνα με την οποία, σειρά κοινωνικοπολιτικών φαινομένων στις ευρωπαϊκές πόλεις από το ’90 και δώθε επιβεβαιώνουν ότι η υποβάθμιση της σημασίας των δημόσιων παρεμβάσεων και των άτυπων οικονομικών σχέσεων (βλέπε παραοικονομία) εντέλει ισοδυναμεί με την παραδοχή πως οι νεοφιλελεύθερες πολιτικές εξαπλώνονται ομοιόμορφα σε ολόκληρο τον πλανήτη, χωρίς διαφοροποιήσεις και αντιστάσεις από το πόπολο…
Ω, ποία κατάφωρη μετακύλιση της παρανοημένης μου αντίληψης περί αντίστασης και κινημάτων στον βόθρο της ανυπαρξίας (τους)! Το ποιηματάκι των προθέσεων ξεγύμνωσε κάθε αγαθό προθέσεων, αφήνοντάς με παραπονεμένη, ως ιτέα κλαίουσα.
Και πού να μιλήσουμε για παρακράτος και για καταχρήσεις εξουσιών μιας κατ’ επίφασιν δημοκρατικής Ευρώπης. Και πού να πιάσω τη σύγχρονη δημοσιογραφία της παραπληροφόρησης μιας ήδη κατακερματισμένης γνώσης (το βλέπεις κι εσύ πως μου την έχουν πέσει όλες οι προθέσεις μαζί!): επισκέφθηκε, λέει, η βασίλισσα της Ολλανδίας τη Γερμανία και φόραγε παλτό με σβάστικες επάνω.
Το είδε το πόπολο και σκιάχτηκε. Βρε καλή μου, βρε χρυσή μου (στην κυριολεξία, ούσα βασίλισσα βλέπεις), και γκρι και με σβάστικες επάνω;
Δεν φόραγες την αυθεντική στολή της Βέρμαχτ καλύτερα; Και βγαίνει δημοσιογράφος και λέει πως το σχέδιο στο παλτό δείχνει απλώς σεβασμό και αγάπη για τη χειροτεχνία, καθώς οι λεγόμενες σβάστικες είναι φτιαγμένες από βίδες, παξιμάδια και κλειδιά.
…Δεν ξέρω για τις προθέσεις του κάθε χειροτέχνη, αλλά οι δικές μου έχουν καταφανώς μεταβεί σε επίπεδο παραληρήματος. Κοινώς, έχουν φέρει τα πάνω κάτω στον κόσμο μου. Μόνη μου ελπίς οι προφήτες της Παλαιάς Διαθήκης και ο Ηρόδοτος. Αν και… βρε λες;
