Περιορισμούς στη δήλωση των χρημάτων που έχουν μπει σε στρώματα και θυρίδες βάζει η Αρχή Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων με σχετική γνωμοδότησή της, έπειτα από ερώτημα της γενικής επιθεωρήτριας Δημόσιας Διοίκησης, αναφορικά με το αν είναι συνταγματικά ανεκτή διάταξη νόμου (4389/2016) που έφερε τροποποιήσεις στις δηλώσεις «πόθεν έσχες» των υπόχρεων.
Ως γνωστόν από τον Οκτώβριο οι υπόχρεοι καλούνται να δηλώσουν χρήματα σε σεντούκια ή θυρίδες εφόσον ξεπερνούν τις 15.000 ευρώ, αλλά και κινητές αξίες, αν αυτές υπερβαίνουν τις 30.000 ευρώ.
Στο πλαίσιο αυτό η Αρχή, με την υπ’ αριθμόν 6/2016 απόφασή της, έκρινε ότι τα οικονομικά στοιχεία εκτός τραπεζών είναι συνταγματικά ανεκτό να συλλέγονται, καθώς η διάταξη «εξυπηρετεί τη διαφάνεια του πολιτικού και του δημόσιου βίου».
Ωστόσο, όσον αφορά τη δημοσιοποίησή τους στο διαδίκτυο, τα μέλη της Αρχής έκριναν ότι συνιστά περιορισμό του ατομικού δικαιώματος στην προστασία προσωπικών δεδομένων που δεν δικαιολογείται από λόγους δημοσίου συμφέροντος και επιπλέον εκθέτει σε κίνδυνο την περιουσία και τη ζωή των υπόχρεων.
Ειδικότερα, στη γνωμοδότηση αναφέρεται πως «η ανάρτηση των ως άνω στοιχείων στο διαδίκτυο προβλέπεται ως ευχέρεια σε νομοθετική διάταξη, πλην όμως υπερβαίνει τα όρια της αναλογικότητας δεδομένου ότι εκθέτει τα πρόσωπα αυτά σε πρόδηλο κίνδυνο της προσωπικής ασφάλειας αυτών και των μελών της οικογενείας τους, καθώς και της ασφάλειας της ιδιωτικής και οικογενειακής τους ζωής και περιουσίας.
Τα τιμαλφή
Εξάλλου και η ίδια η διάταξη του άρθρου 173 παρ. 3 του ν. 4389/2016, προβλέπει την εξαίρεση από τη δημοσιοποίηση εκείνων των στοιχείων που είναι ικανά να προκαλέσουν βλάβη στη ζωή ή την περιουσία του δηλούντος και της οικογενείας του.
Κατά συνέπεια, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, η ανάρτηση στο διαδίκτυο είναι δυνατή μόνο για τις περιπτώσεις των πρόσθετων στοιχείων των μετρητών και των κινητών που φυλάσσονται στις θυρίδες».
Οσον αφορά το σκέλος των κινητών αξιών, όπως πίνακες ή τιμαλφή, η Αρχή έκρινε ότι γι’ αυτήν την κατηγορία των κινητών αξιών υπάρχει ζήτημα «αδυναμίας πρόβλεψης και εκτίμησης της πραγματικής τους αξίας, οπότε η συλλογή καθίσταται απρόσφορη και μη κατάλληλη για την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού της πλήρους καταγραφής και αποτύπωσης της περιουσιακής κατάστασης των υπόχρεων προς δήλωση προσώπων».
Αναφέρεται, ωστόσο, ότι η συλλογή τους είναι νόμιμη μόνον όταν υπάρχει αποδεικτικό της αξίας τους (απόδειξη, τιμολόγιο) ή πράξη της φορολογικής αρχής για την επιβολή φόρου, π.χ. από γονική παροχή, δωρεά, και εφόσον δεν πρόκειται για οικογενειακά κειμήλια.
