Αναγκαίο η µεταρρυθµιστική πολιτική να επικεντρωθεί περισσότερο στην καλύτερη στόχευση και την ενίσχυση της αποτελεσµατικότητας των υπηρεσιών υγείας και λιγότερο στην περαιτέρω περικοπή της δηµόσιας δαπάνης, επισημαίνει ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος Γιάννης Στουρνάρας στην Έκθεση για τη Νομισματική Πολιτική που κατέθεσε στη Βουλή.
Εκείνο που πρέπει να διασφαλιστεί, σύμφωνα με τον ίδιο, είναι η βελτίωση της ποιότητας των παρεχόµενων υπηρεσιών υγείας και η πλήρης κάλυψη του πληθυσµού, ιδιαιτέρως των ανασφάλιστων και των ευάλωτων κοινωνικών οµάδων που έχουν πληγεί περισσότερο από την οικονοµική κρίση όπως προβλέπεται και στον Ν. 4368/2016.
Περαιτέρω, τονίζει, παρεµβάσεις στο σύστηµα Υγείας θα πρέπει να ενισχύσουν την πρόληψη και έγκαιρη ανίχνευση των ασθενειών, προκειµένου να περιοριστεί αφενός το αυξηµένο µελλοντικό κόστος στο σύστηµα υγείας και αφετέρου η υποβάθµιση της γενικής υγείας του πληθυσµού.
Η επί του παρόντος υλοποιηθείσα µεταρρύθµιση του συστήµατος υγείας εξηγεί ο Γ. Στουρρνάρας, έχει συµβάλει σηµαντικά στην εξοικονόµηση δηµόσιων πόρων. Ωστόσο το ζητούµενο πλέον είναι να αξιολογηθεί κατά πόσον οι εν λόγω µεταρρυθµίσεις ενίσχυσαν την αποτελεσµατικότητα του συστήµατος υγείας βελτιώνοντας τις προσφερόµενες υπηρεσίες, µε δεδοµένο τον περιορισµό των διαθέσιµων πόρων.
Συνολικά, σημειώνεται, οι πλήρεις επιπτώσεις της οικονοµικής κρίσης, συµπεριλαµβανοµένης της περικοπής των δηµόσιων δαπανών, στην υγεία του πληθυσµού δεν έχουν διαφανεί πλήρως. Αν και εκτιµάται ότι θα απαιτηθούν αρκετά έτη έως ότου διαφανούν, αρκετοί δείκτες σωµατικής και ψυχικής υγείας έχουν ήδη αρχίσει να επιδεινώνονται από την έναρξη της οικονοµικής κρίσης. Τα µέχρι στιγµής διαθέσιµα στοιχεία επισημαίνεται συνηγορούν στην πρόβλεψη ότι τα περιστατικά χρόνιων παθήσεων αναµένεται να αυξηθούν εξαιτίας:
α) της µικρότερης ζήτησης για ιατρικές υπηρεσίες λόγω χαµηλότερων εισοδηµάτων,
β) του αυξηµένου άγχους,
γ) της υιοθέτησης λιγότερο υγιεινού τρόπου ζωής και
δ) της πιθανής υποβάθµισης των προσφερόµενων υπηρεσιών υγείας.
Στο βαθµό που το επίπεδο υγείας των πολιτών, όπως σκιαγραφείται από τους σχετικούς δείκτες σωµατικής και ψυχικής υγείας, θα εξακολουθήσει να υποβαθµίζεται, οι δαπάνες υγείας αναµένεται να αυξηθούν µελλοντικά, µε αντίστοιχη επιβάρυνση των ασφαλιστικών ταµείων. Επιπρόσθετα, η υποβάθµιση του επιπέδου υγείας των πολιτών δύναται να οδηγήσει σε απώλειες ωρών εργασίας και σε κάµψη της παραγωγικότητας της εργασίας. Οι µακροχρόνιες επιπτώσεις θα µπορούσαν να συνδέονται µε χειροτέρευση της γενικής υγείας του πληθυσµού και αναστροφή της ανοδικής τάσης στο προσδόκιµο ζωής.
