Χρυσά, ασημένια, χάλκινα, οστέινα κοσμήματα (ενώτια, δαχτυλίδια, βραχιόλια, περιδέραια κ.ά.) που βρέθηκαν στον ασύλητο ναό των αρχαϊκών χρόνων (6ος – 7ος π.Χ.) στη θέση «Βρυόκαστρο» στην Κύθνο, μαζί με πολλά ακόμα σπάνια ευρήματα, αιγυπτιακούς σκαραβαίους, φοινικικά κοσμήματα, πήλινα γυναικεία ειδώλια, αγγεία, αχιβάδες, κοράλλια ακόμα και οστά ζώων προερχόμενα από τις ανασκαφές που έχουν διενεργηθεί στο νησί, περιμένουν καρτερικά τη στιγμή που θα βγουν από τα κλειστά κιβώτια για να πάρουν τη θέση τους στις φωτεινές προθήκες ενός μουσείου.
Το γραφικό νησί, με τους φανατικούς φίλους και τους γενναιόδωρους κατοίκους, που απέχει ελάχιστα από το Λαύριο, δεν διαθέτει αρχαιολογικό μουσείο.
Η εξαιρετική αρχαιολογική συλλογή της Κύθνου μαρτυρά τη μακραίωνη Ιστορία του νησιού αλλά και τη σημαντικότητα του Ιερού που δεχόταν προσκυνητές από όλα τα μέρη του τότε γνωστού κόσμου.
Τα σπάνια ευρήματα έφερε στο φως η πανεπιστημιακή ανασκαφή που διενεργείται από το Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας υπό τη διεύθυνση του καθηγητή Κλασικής Αρχαιολογίας Αλέξανδρου Μαζαράκη-Αινιάν και την Εφορεία Κυκλάδων. Ολα φυλάσσονται σε ένα υπόγειο.
Ηταν το 2002 όταν ο Αλέξανδρος Μαζαράκης και η ομάδα του ανακάλυψαν στη θέση «Βρυόκαστρο», που ταυτίζεται με την αρχαία πρωτεύουσα του νησιού, τον δίδυμο ναό που αποδίδεται στον Απόλλωνα και την Αρτέμιδα. Εκεί βρέθηκαν άθικτα εκατοντάδες κοσμήματα εξαιρετικής δεξιοτεχνίας και μεγάλης αξίας.
«Συνολικά βρέθηκαν 1.500 ακέραια αναθήματα, κυρίως κοσμήματα. Από αυτά τα 100 ήταν χρυσά, τα 150 ασημένια, περίπου 500 χάλκινα, άλλα από κεχριμπάρι, από ορεία κρύσταλλο και κοράλλια είτε σε φυσικά σχήματα είτε περασμένα σε ασημένια κλωστή», σύμφωνα με τον κ. Μαζαράκη.
Τα σπάνια ευρήματα μένουν μακριά από την τοπική κοινωνία και το πλήθος των επισκεπτών (το νησί σημειώνει μεγάλη τουριστική άνοδο τα τελευταία χρόνια) αφού δεν εκτίθενται. Η επιστημονική κοινότητα, οι αρχαιολόγοι και η τοπική κοινωνία επιθυμούν διακαώς τη δημιουργία του Αρχαιολογικού Μουσείου.
Και το βλέπουν να γίνεται πραγματικότητα μόνο μέσα από το νέο ΕΣΠΑ 2016-2020. Μαζί τους συντονίζεται και ο έφορος Κυκλάδων, ο δραστήριος Δημήτρης Αθανασούλης που «εγκαίρως έθεσε την υποψηφιότητα της Κύθνου για το ΕΣΠΑ 2016-2020», όπως και ο ίδιος είχε πει σε συνέντευξή του στην «Εφ.Συν.» στις αρχές του 2016.
Η Κύθνος παρουσιάζει ιδιαίτερο αρχαιολογικό ενδιαφέρον αν και αρκετές γνωστές αρχαιολογικές θέσεις δεν έχουν ακόμη ερευνηθεί ανασκαφικά. Η πανεπιστημιακή ανασκαφή στη θέση «Βρυόκαστρο» άρχισε το 2002 και συνεχίζεται έως σήμερα.
Η θέση ταυτίζεται με την αρχαία πόλη της Κύθνου, η οποία κατοικήθηκε από τον 10o αι. π.Χ. έως και τον 6o-7o αι. μ.Χ. Από την 9η χιλιετία π.Χ. ιδρύθηκε στην περιοχή του Μαρουλά ο πρώτος μόνιμος οικισμός της Μεσογείου.
Από τότε η Κύθνος κατοικείται αδιαλείπτως μέχρι τα χρόνια της πτώσης του Βυζαντίου. Ενώ λοιπόν το νησί είχε ξεχωριστή θέση κατά την αρχαιότητα και κατέχει τη σπουδαία αρχαιολογική συλλογή, στερείται αρχαιολογικού μουσείου.
Πριν από ένα χρόνο κάποιοι ιδιώτες πήραν την πρωτοβουλία και σχημάτισαν τον Σύλλογο Φίλων του αρχαιολογικού μουσείου Κύθνου με στόχο τι άλλο; Τη δημιουργία του μουσείου.
Το κτίριο υπάρχει. Ο δήμος έχει δωρήσει γι’ αυτό τον σκοπό το νεοκλασικό του παλαιού δημαρχείου. Και όπως λένε εκείνοι που το γνωρίζουν είναι μεγάλο και επαρκεί για την έκθεση αντιπροσωπευτικού μέρους της συλλογής από τα προϊστορικά έως τα βυζαντινά χρόνια.
«Το ζητούμενο είναι να εκτεθεί σε πρώτη φάση ένα μέρος των ευρημάτων», σύμφωνα με τον Νίκο Κορρέ, πρόεδρο του συλλόγου. Ο προϋπολογισμός του μουσείου είναι 800 χιλιάδες ευρώ, που θα διατεθούν στην ανακαίνιση του κτιρίου και στην έκθεση των συλλογών.
Ενα μέρος από τα κοσμήματα που βρέθηκαν στο δίδυμο Ιερό θα παρουσιαστούν για πρώτη φορά στη μεγάλη περιοδική έκθεση με κοσμήματα από όλα τα νησιά των Κυκλάδων και απ’ όλες τις χρονικές περιόδους, η οποία ετοιμάζεται και θα εγκαινιαστεί στα τέλη Ιουλίου στο Αρχαιολογικό Μουσείο Μυκόνου.
Οι ανασκαφές στην Κύθνο θα συνεχιστούν και αυτό το καλοκαίρι και θα επικεντρωθούν σε δύο Ιερά που βρίσκονται κοντά στο Ιερό του Απόλλωνα και της Αρτέμιδος. Θα γίνουν δε με την υποστήριξη του Δήμου Κύθνου και την αρωγή του Θανάση Μαρτίνου.
