Ιούλιος του 1888 ήταν όταν γεννήθηκε στον Βόλο ο Ιταλός ζωγράφος, συγγραφέας και γλύπτης Τζόρτζιο ντε Κίρικο. «Μια αποπνικτική μέρα, που τα κεριά λιώνανε στα καντηλέρια, και πάνω από την πολιτεία, λες για να μεγαλώσει τον καύσωνα του καλοκαιριού, φυσούσε ένας φλογισμένος άνεμος που έρχεται από την Αφρική και που οι Ελληνες ονομάζουν λίβα», γράφει ο ίδιος.
Μα πού βρέθηκε στη θεσσαλική πρωτεύουσα αυτό το Ιταλάκι που έμελλε να επηρεάσει τα καλλιτεχνικά ρεύματα του 20ού αιώνα; Ο πατέρας του ήταν μηχανικός και διηύθυνε την κατασκευή της σιδηροδρομικής γραμμής που προχωρούσε στο εσωτερικό της Θεσσαλίας.
Για τον παραπάνω συνειρμό δεν υπάρχει ρωσικός δάκτυλος -αυτοί αποδείχτηκε πως δεν μας θέλουν- αλλά ιταλικός. Μόνον οι Ιταλοί κατέθεσαν προσφορά για την ΤΡΑΙΝΟΣΕ. Ισως γιατί οι προπαππούδες τους δούλεψαν σκληρά για τη δημιουργία των ελληνικών σιδηροδρομικών γραμμών. Ηταν τότε που ο Τρικούπης έπαιρνε δάνεια και χρηματοδοτούσε διάφορες ιταλικές και βελγικές μικρές εταιρείες για να φέρουν το τρένο στην Ελλάδα.
Αυτές οι κατασκευαστικές όταν τελείωναν τα λεφτά, ζητούσαν κι άλλα κι άλλα. Ο Τρικούπης τούς είπε «επτωχεύσαμεν», «κι εμείς», του απάντησαν και παράτησαν τα έργα στη μέση και τους εργάτες απλήρωτους.
Οι περισσότεροι εργάτες ήταν Ιταλοί. Οι Ελληνες έβλεπαν τις απάνθρωπες συνθήκες και δίσταζαν να πάνε, εκτός κι αν έφταναν στο «αμήν» – πόσες ομοιότητες μέσα στους αιώνες! Εξακόσιοι εργάτες διαδήλωσαν ζητώντας τα λεφτά τους – πέθαιναν οι άνθρωποι από ασιτία.
Και μετά ήρθαν σαν τις μέλισσες Αγγλοι και Γάλλοι – είχαν βλέπεις την τεχνογνωσία από τους δικούς τους σιδηρόδρομους. Κι ενώ οι πολιτικοί τσακώνονταν στη Βουλή αν το πλάτος της γραμμής θα είναι 1,40 ή 1,44, κι ενώ οι πολίτες φώναζαν διαμαρτυρόμενοι πως «οι Φράγκοι θέλουν να μας φέρουν τον διαβολόδρομο για να μας χαντακώσουν», ράγα τη ράγα χτίστηκε το δικό μας δίκτυο και άρχισε τα πηγαινέλα ο «δράκος που καλπάζει».
Κι ενώ γίνονταν όλα αυτά και πολλά άλλα, ο μικρός Ντε Κίρικο μάθαινε ζωγραφική, έφτιαχνε χρωματιστούς χαρταετούς και τους αμολούσε στον βολιώτικο ουρανό.
Κι ίσως έπειτα από μερικά χρόνια Γερμανάκια των αεροδρομίων, Κινεζάκια των λιμανιών και πιθανόν Ιταλάκια των σιδηροδρομικών σταθμών να θυμούνται τι πέρασαν κάποτε στην Ελλάδα, όταν οι γονείς τους επέβλεπαν και διηύθυναν έργα που δεν τα πήραν Ελληνες και τ’ άφησε το ελληνικό κράτος.
