Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Η «Αλτσίνα» του Χέντελ, την οποία είχε παρουσιάσει η ΕΛΣ με μεγάλη επιτυχία το 2004/05, είναι μια από τις ωραιότερες, πλην τεχνικά απαιτητικότερες όπερες του μπαρόκ.

Αναμενόμενα, λοιπόν, ξάφνιασε το νέο ότι η ομάδα «Ραφή» θα την παρουσίαζε στο Θέατρο της Οδού Κυκλάδων «Λευτέρης Βογιατζής», σε σκηνοθεσία Θέμελη Γλυνάτση, και βέβαια με μονωδούς, δίχως την ειδική εμπειρία που προϋποθέτει αυτό το ρεπερτόριο. 

Ετσι, οι συντελεστές της παράστασης και οι θεατές/ακροατές κλήθηκαν να συμψηφίσουν πολλά: την ισχνότατη παρουσία του οπερατικού μπαρόκ στην Ελλάδα, την απόσταση από το πρωτότυπο, τη μουσική ποιότητα, το στίγμα της διασκευής κ.ο.κ.

Ο καθένας αποτίμησε το αποτέλεσμα ανάλογα με την παιδεία, την εμπειρία και τις αν(τ)οχές του. Απολαύσαμε την περίπου δυόμισι ωρών παράσταση αποκομίζοντας ενδιαφέρουσες αλλά άνισες εντυπώσεις (7/6/2016). 

Η «Αλτσίνα» δόθηκε με δραστικά συρρικνωμένη ενορχήστρωση, αποτελούμενη μόνον από τέσσερα έγχορδα (βιολιά, βιόλα, τσέλο) και τσέμπαλο, και σε δραματουργικά ήπια συνεπτυγμένη μορφή.

Το όλο διηύθυνε από το τσέμπαλο ο έμπειρος Μιχάλης Παπαπέτρου.

Ο σκηνοθέτης περιόρισε το κάδρο των συμφραζομένων του έργου στο ψυχολογικό/συναισθηματικό πεδίο, αφήνοντας έξω από την εικόνα τις ευρύτερες αναφορές στις ποικίλα φορτισμένες σχέσεις των Ευρωπαίων του 18ου αιώνα με την Ανατολή.

Οχι αταίριαστη στην πρωτίστως ηδονοθηρική διάσταση του μπαρόκ, η επιλογή λειτούργησε αβίαστα και υλοποιήθηκε αφαιρετικά, αλλά καλαίσθητα και πειστικά. 

Οσοι γνώριζαν την τυπικά περίπλοκη υπόθεση της «Αλτσίνας» συνάντησαν στην παράσταση αποκωδικοποιήσιμες αναφορές στα βασικά στοιχεία της δράσης.

Ο λιτός σκηνικός χώρος ορίστηκε συμβολικά/υπαινικτικά από κινήσεις, λιγοστά αντικείμενα και φωτισμούς (Στέλλα Κάλτσου), ενώ η αυστηρά στιλιζαρισμένη, λεπτομερώς σχεδιασμένη και διδαγμένη κινησιολογία μονωδών και κομπάρσων από την Κατερίνα Σπυροπούλου λειτούργησε άριστα, συμπληρώνοντας νοηματικά την αφήγηση. Εμπλουτισμένα με συμβολικές αναφορές, τα σύγχρονων αναφορών κοστούμια της Αλεξίας Θεοδωράκη υπογράμμισαν με σαφήνεια κάθε χαρακτήρα. 

Σε καθαρά μουσικό επίπεδο, το ακρόαμα υπήρξε συχνά συμβιβαστικό: ούτε όλοι οι μονωδοί διέθεταν όλα τα απαραίτητα εφόδια (τεχνική, φωνητικό εύρος, εμπειρία) για να τραγουδήσουν καλά μπαρόκ, ούτε οι μουσικοί του ενόργανου συνόλου έπαιξαν δίχως αρκετές αβαρίες.

Στα αργά, καθαρά λυρικά μέρη, άπαντες τραγούδησαν από ικανοποιητικά έως πολύ καλά.

Ομως στις όχι λίγες γρήγορες, διάσημες δεξιοτεχνικές άριες, η απόδοση όλων, πλην της Μάιρας Μηλολιδάκη (Μοργκάνα) και του βαρύτονου Σωτήρη Τριάντη (Μελίσσο), υπήρξε από συμβιβαστική έως μετριότατη: εδώ το μπαρόκ είναι αμείλικτο! 

Ομολογουμένως η μεσόφωνος Αναστασία Κότσαλη υπήρξε σκηνικά ένας ταιριαστά αμφίφυλος Ρουτζέρο, αλλά οι γρήγορες άριες ήσαν τελείως εκτός των δυνατοτήτων της.

Η υψίφωνος Μιράντα Μακρυνιώτη δάνεισε την ωραία, λαμπερή φωνή της σε μια σκηνικά θαυμάσια Αλτσίνα, ο τενόρος Γιάννης Φίλιας υπήρξε ένας πειστικός Ορόντε, η μεσόφωνος Αθηνά Καστρινάκη μια ταιριαστά αρρενωπή Μπρανταμάντε, η υψίφωνος Μαριλένα Χρυσοχοΐδη ένας πειστικά παιδικός Ομπέρτο.

Αυτή η γενναία, ριψοκίνδυνη προσπάθεια προσέλκυσε ακροατές που, ενδεχομένως, δύσκολα θα έρχονταν στην ΕΛΣ για να παρακολουθήσουν μια κανονικά ανεβασμένη «Αλτσίνα».

Κυρίως, όμως, υπενθύμισε την ύπαρξη του μπαρόκ το οποίο η ΕΛΣ μοιάζει να έχει ξεχάσει…