Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Τα μυθιστορήματά του τον έχουν καταστήσει έναν από τους σημαντικότερους συγγραφείς στην Ιστορία. Τα βραβεία του, με αποκορύφωμα το Νόμπελ Λογοτεχνίας, είναι αναρίθμητα. Με τη συνταγή του μαγικού ρεαλισμού του Κολομβιανού πεζογράφου πλάστηκαν υπέροχοι φανταστικοί κόσμοι ως αντανακλάσεις μιας παραμορφωμένης ονειρικής πραγματικότητας. Τώρα, η ζωή του Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες (1927-2014) γίνεται ένα κόμικς μυθιστόρημα.

Οι βιογραφίες εμβληματικών προσώπων και προσωπικοτήτων σε κόμικς διαδέχονται η μία την άλλη τα τελευταία χρόνια. Μόνο στα ελληνικά κυκλοφόρησαν πρόσφατα οι βιογραφίες του Τσε Γκεβάρα, του Χάουαρντ Φίλιπς Λάβκραφτ, του Γκαβρίλο Πρίντσιπ, του Τζέιμς Τζόις, του Ρίτσαρντ Φάινμαν κ.ά. Η βιογραφία του Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες με τίτλο «Γκάμπο», που εκδόθηκε πριν από λίγες ημέρες από τις εκδόσεις Ικαρος, φιλοτεχνημένη από μια ομάδα Κολομβιανών δημιουργών, τους Oscar Pantoja (σενάριο), Miguel Bustos, Felipe Camargo και Tatiana Cordoba (σχέδια), σε μετάφραση της Κλαίτης Σωτηριάδου, είναι μια νέα συνοπτική καταγραφή των σημαντικότερων σταθμών της ζωής του μεγάλου Κολομβιανού συγγραφέα, με αρκετές αναφορές στα έργα του, που μπορεί να διαβαστεί και ως μυθιστόρημα.

Μια ρεαλιστικά μαγική ζωή

O Μάρκες γεννήθηκε το 1927 στην Αρακατάκα της Κολομβίας, στους πρόποδες της Σιέρα Νεβάδα, και έζησε εκεί ώς τα εννιά του χρόνια, κυρίως υπό την προστασία του παππού και της γιαγιάς του. Ο πρώην συνταγματάρχης παππούς του, Νίκολας Μάρκες, ήταν η πρώτη μεγάλη επιρροή για τον Γκαμπριέλ ή, χαϊδευτικά, Γκαμπίτο. Τα παραμύθια και οι ιστορίες που του αφηγούνταν, οι περιπέτειες από τον στρατό και το ταραγμένο παρελθόν της Κολομβίας δημιούργησαν στον εγγονό το πρώτο υπόστρωμα πάνω στο οποίο θα χτίζονταν μεταγενέστερα οι «μεγάλες αφηγήσεις» του και θα πλάθονταν οι συναρπαστικοί, επινοημένοι, υβριδικοί κόσμοι του.

Οι γονείς του επέστρεφαν συχνά αλλά πάντα έφευγαν: «…η σκηνή του αποχαιρετισμού θα επαναλαμβανόταν πολλές φορές […] Ολα όσα συνέβαιναν σ’ εκείνο τον καινούργιο κόσμο της Αρακατάκα θα καταγράφονταν στη θαυμαστή μνήμη και την απίστευτη υπερευαισθησία του Γκαμπίτο. Τα πρώτα χρόνια της παιδικής του ηλικίας θα αποτελούσαν τη βάση του λογοτεχνικού του κόσμου», όπως γράφει ο Pantoja. Σε ηλικία 16 ετών φεύγει για την πρωτεύουσα Μπογκοτά για να τελειώσει το λύκειο. Εκεί, με τη βοήθεια των καθηγητών του διαβάζει Κάφκα, Μαρκ Τουέιν, Νερούδα αλλά και τους σημαντικότερους Λατινοαμερικανούς συγγραφείς.

Το 1947 γράφεται στο πανεπιστήμιο. Ο πατέρας του φιλοδοξούσε να τον δει γιατρό ή ιερέα, ο Γκάμπο όμως είχε άλλα σχέδια: «Αρχισε να συχνάζει στα λογοτεχνικά καφέ στο κέντρο της Μπογκοτά και να συζητάει για τα μεγάλα λογοτεχνικά πρόσωπα όπως οι Ντον Πάσος, Γουίλιαμ Φόκνερ, Ερνεστ Χέμινγουεϊ, Τολστόι, Ντοστογιέφσκι και πολλοί άλλοι». Αρχίζει να δημοσιεύει τα πρώτα του διηγήματα σε εφημερίδες της Κολομβίας, αλλά σύντομα η πολιτική αστάθεια και τα βίαια επεισόδια στην πρωτεύουσα τον αναγκάζουν να μετακομίσει στην Μπαρανκίλια, όπου πιάνει δουλειά στην τοπική εφημερίδα «Ελ Ουνιβερσάλ». Ωστόσο παραμένει πάμφτωχος και νοικιάζει ένα δωμάτιο στη συνοικία με τις πόρνες στο οποίο παρέμεινε επί μακρόν. Προσλαμβάνεται στην εφημερίδα «Ελ Εράλδο» και ξεκινά να γράφει το «Σπίτι», που πολλά χρόνια αργότερα θα αποτελούσε τον σπόρο για το «Εκατό χρόνια μοναξιά».

Μια ρεαλιστικά μαγική ζωή

Το 1954 επιστρέφει στην Μπογκοτά και ξεκινά τη συνεργασία του με την εφημερίδα «Ελ Εσπεκταδόρ», όπου αρθρογραφεί για κινηματογραφικά θέματα, ενώ γίνεται και εσωτερικός ανταποκριτής. Γράφει το πρώτο του μυθιστόρημα με τίτλο «Ανεμοσκορπίσματα» που θα αποτελούσε τον θεμέλιο λίθο για το «Μακόντο» αλλά και για τον «Συνταγματάρχη» και το «Τοπίο της Καραϊβικής».

Το 1955 γίνεται ανταποκριτής της εφημερίδας στην Ευρώπη και ταξιδεύει σε Ελβετία, Τσεχοσλοβακία, Σοβιετική Ενωση, Αγγλία, Γαλλία, Ιταλία, όπου γνωρίζει τον Φρανσίσκο Ρόσι -ο οποίος χρόνια αργότερα θα μετέφερε στον κινηματογράφο το «Χρονικό ενός προαναγγελθέντος θανάτου»-, Πολωνία, όπου συντετριμμένος επισκέπτεται το Αουσβιτς κ.α. To 1958 παντρεύεται τον παντοτινό του έρωτα, τη Μερσέντες Μπάρτσα, με την οποία έμεινε μαζί για τα επόμενα 56 χρόνια. Το 1959 τον βρίσκει στη Βενεζουέλα, αλλά μόλις γίνονται γνωστά τα γεγονότα στην Κούβα ταξιδεύει στην Αβάνα και στέκεται στο πλάι του Φιντέλ Κάστρο, συγκλονισμένος από τη νίκη της επανάστασης.

Εργάζεται για λίγο στην Αβάνα ως εκπαιδευτής νέων δημοσιογράφων στην «Πρένσα Λατίνα», υπό την αιγίδα της επαναστατικής κυβέρνησης, αλλά σύντομα γίνεται ανταποκριτής της στη Νέα Υόρκη και εν συνεχεία μετακομίζει στο Μεξικό όπου γράφει την «Κακιά ώρα». Εκεί, ύστερα από παλινωδίες, δυσκολίες και απογοητεύσεις ξεκινά να γράφει το «Εκατό χρόνια μοναξιά», το οποίο έπειτα από διαδοχικές απορρίψεις κυκλοφορεί το 1967 και γνωρίζει παγκόσμια επιτυχία σε πολύ μικρό χρονικό διάστημα.

Θα ακολουθήσουν «Το φθινόπωρο του Πατριάρχη» και «Το χρονικό ενός προαναγγελθέντος θανάτου», μέχρι να βραβευθεί με το Νόμπελ Λογοτεχνίας από τη Σουηδική Ακαδημία. Μετά το Νόμπελ, τα σημαντικότερα έργα του ήταν «Ο έρωτας στα χρόνια της χολέρας», «Ο στρατηγός μες στον λαβύρινθό του», «Περί έρωτος και άλλων δαιμονίων» κ.ά.

Το «Γκάμπο», πέρα από την αξία που έχει ως βιογραφία ενός από τους σπουδαιότερους συγγραφείς του εικοστού αιώνα, διαθέτει και κάτι ιδιαίτερο: τη δυνατότητα που δίνει στους αναγνώστες του να παρακολουθήσουν οπτικοποιημένα ορισμένα από τα πιο χαρακτηριστικά σημεία της ζωής του, τα μέρη που επισκέφτηκε, τη γενέτειρά του, το εργασιακό του περιβάλλον κ.λπ.

Μια ρεαλιστικά μαγική ζωή

Οι χρωματισμοί, επίσης, διαφορετικοί σε κάθε κεφάλαιο του βιβλίου, προσφέρουν μια «καλλιτεχνική αδεία» ερμηνεία των ψυχολογικών καταστάσεων του συγγραφέα και, έστω και αν δεν είναι οι ίδιοι μονοσήμαντα ερμηνεύσιμοι, είναι εικαστικά πρωτότυποι και ενδιαφέροντες. Μάλιστα, η δομή του σεναρίου με τον μη γραμμικό χρόνο που επέλεξαν οι δημιουργοί του, προσφέρει μια γλυκιά σύγχυση στον αναγνώστη καθώς τον μεταφέρει μέσω χρονικών αλμάτων ανάμεσα σε διαφορετικές εποχές και σε διαφορετικά συγκείμενα, που όμως συνδέονται άρρηκτα μεταξύ τους και στον αναγνώστη επαφίεται ο εντοπισμός των συνδετικών στοιχείων. Για παράδειγμα, η ιστορία ξεκινά στον αυτοκινητόδρομο του Ακαπούλκο στο Μεξικό του 1965 για να μεταφερθεί λίγες σελίδες αργότερα στην Αρακατάκα του 1927 και αμέσως μετά στον εμφύλιο της Κολομβίας του 1899 και από εκεί στη Στοκχόλμη του 1982 και στην Μπογκοτά του 1947.

Αυτό το συνεχές μπρος-πίσω στον χρόνο με επίκεντρο την αέναη απόπειρα του Μάρκες να χειραγωγήσει, χωρίς να φιμώσει, τη φαντασία του και να την «καθυποτάξει» σε γραπτό λόγο με συνοχή, αντανακλά και τη θεματική των έργων του που δεν εξελίσσονται γραμμικά και σίγουρα όχι «ρεαλιστικά». Οπως γράφει και ο Oscar Pantoja για τον μαγικό ρεαλισμό του Μάρκες: «…δείχνει το καθημερινό ως κάτι το φανταστικό και υπερφυσικό. Το παράξενο παύει να είναι παράξενο. Αν κάποιος πεθάνει, αλλά τον επόμενο μήνα ζωντανέψει, δεν είναι καθόλου τρομακτικό, αντίθετα είναι το αναμενόμενο. Η ιδέα του χρόνου διαστρεβλώνεται. Το παρόν τείνει να εξαφανίζεται όταν οι άνθρωποι ζούνε σύμφωνα με το παρελθόν και μάλιστα με ένα παρελθόν ακόμα πιο απόμακρο. Εκείνος ο χρόνος γίνεται κυκλικός και όχι γραμμικός. Η πραγματικότητα και η φαντασία συμβιώνουν με αρμονικό τρόπο».

Γι’ αυτήν τη συμβίωση, τη συμφιλιωτική και όχι την ανταγωνιστική, μιλά το έργο του Μάρκες. Και το «Γκάμπο».