Η βόλτα στο φράγμα είναι μαγική. Λίγα μόλις χιλιόμετρα από την πόλη και ξαφνικά μπαίνεις σε ένα πευκοδάσος. Δεν μπορείς παρά να σκεφτείς ότι έφυγες, ότι είσαι μακριά.
Οδηγείς μέτρια ταχύτητα, ο δρόμος είναι γεμάτος στροφές, αλλά η διαδρομή μοιάζει με εκείνη μιας άλλης εκδρομής, ίσως στο Καρπενήσι, δεν θυμάσαι ακριβώς. Και ύστερα, να, το φράγμα και η τεχνητή λίμνη, ένα απόγευμα καθημερινής, που όλα είναι ήσυχα.
Λίγα τα αυτοκίνητα που περιμένουν τη σειρά τους, να ανάψει το φανάρι και να διασχίσουν το φράγμα. Αλλα για να συνεχίσουν για τον Μαραθώνα και άλλα για να αφήσουν τους εποχούμενους στο καφενείο. Για έναν καφέ, μια μπίρα, κάτι τέλος πάντων, για να δροσίσει το απόγευμα του πρώτου καλοκαιρινού καύσωνα.
Το μαγαζί είναι κι αυτό σχεδόν άδειο. Το γκαρσόνι, που φέρνει τον κατάλογο, διευκρινίζει αμέσως:
«Δεν υπάρχουν όλα όσα γράφει ο κατάλογος. Αν θέλετε φαγητό, έχουμε μόνο σαλάτες, σάντουιτς και πίτσα».
«Τα Σαββατοκύριακα τα έχουμε όμως όλα», συμπληρώνει.
Τον διαβεβαιώνεις πως όχι, δεν θα φας, αλλά θέλεις έναν παγωμένο καφέ και κάτι γλυκό.
«Α, βεβαίως. Εχουμε ολόφρεσκο κανταΐφι».
Το γκαρσόνι φεύγει και αφήνεσαι στον ρεμβασμό. Ισως κάπως έτσι να είναι το τοπίο στις λίμνες της βόρειας Ευρώπης το καλοκαίρι. Ηρεμα νερά, δέντρα που καθρεφτίζονται στην επιφάνειά τους, πουλιά που τιτιβίζουν πότε πότε… Ομορφιά.
Ξεχνάς για μια στιγμή ότι η ομορφιά αυτή είναι έργο ανθρώπινο. Που έγινε όχι με στόχο τη βελτίωση του τοπίου, αλλά την υδροδότηση μιας λαίμαργα διψασμένης πόλης, που όλο επεκτείνεται, που όλο μεγαλώνει, που όλο πνίγεται στα αυτοκίνητα, στους θορύβους και στους καπνούς.
Μα, αλήθεια, πόση ομορφιά!
Σηκώνεσαι λίγο και πηγαίνεις προς την άλλη πλευρά. Εκεί που ο ήλιος αργά αργά κρύβεται καθώς σουρουπώνει.
Υπάρχει ένα κτίριο μέσα στο νερό, κοντά στην όχθη, από τη μεριά του δρόμου που σε έφερε εκεί. Πώς δεν το είχες δει;
Το νερό το έχει καλύψει μέχρι ένα σημείο, ίσως μέχρι τον πρώτο όροφό του. Διακρίνεις κάπως το βυθισμένο του παράθυρο -μπορεί να είναι και πόρτα-, ενώ το πάνω μέρος, με άδεια κουφώματα, εκπέμπει το λευκό του χρώμα στο νερό.
Κρύβει μια θλίψη αυτό το θέαμα, ρίχνει μια σκιά στη γαλήνια ομορφιά, αλλά μένεις εκεί να το κοιτάζεις. Δεν θυμάσαι να διάβασες ποτέ καμιά ιστορία σχετικά με το φράγμα, πόσο μεγάλη έκταση κάλυψε, αν υπήρχαν εκεί ζώα του δάσους που χάθηκαν, αν υπήρχαν σπίτια. Τίποτα. Μόνο τη σημασία του για την υδροδότηση της Αθήνας σου επισήμαναν οι δάσκαλοι, μόνο τα δελτία νερού τις παρελθούσες ημέρες της λειψυδρίας θυμάσαι, όταν κατέβαινε η στάθμη της λίμνης – τέτοια πράγματα.
Και το μυαλό αρχίζει να κάνει ένα άλλο ταξίδι. Σε εκείνες τις πόλεις και τα χωριά που οι κάτοικοί τους τα εγκατέλειψαν και που άδεια κουφάρια μένουν για χρόνια περιμένοντας το τίποτα. Σε κάστρα που δεν χρησιμεύουν σε κανένα πόλεμο. Οι άνθρωποι που τα έχτισαν, που καλλιέργησαν τη γη τους, που άφησαν τα παιδιά τους να παίξουν στις αυλές και να τρέχουν στα στενά καλντερίμια τους, δεν υπάρχουν πια. Αλλοι αναζήτησαν αλλού την τύχη τους, άλλοι εκδιώχτηκαν από πολέμους και εχθρούς, άλλοι χτυπήθηκαν από αρρώστιες.
Θα ήθελες εκείνα τα μέρη να γίνουν η αφορμή να γραφτούν παραμύθια για παράξενα στοιχειά, για ξωθιές και μαγεμένα παλικάρια – δεν θα ‘χουν ίχνος αλήθειας, αλλά δεν πειράζει. Κάποια μπορεί να γίνουν μουσεία, χώροι μνήμης ενός αναπόδραστου παρελθόντος.
Ισως πάλι να μη γραφτεί τίποτα, να μην τα επισκεφθεί κανείς ποτέ ξανά. Και η βροχή, ο αέρας, ο ήλιος να τα πάρουν μαζί τους, πίσω στη μάνα φύση που τα έθρεψε. Ποιος ξέρει;
Αλλά να, όσο υπάρχουν, δεν μπορείς παρά να νιώθεις ένα ελαφρύ δάγκωμα θλίψης, που σε ακολουθεί για μέρες.
