Με αφορμή την εκφρασμένη πρόθεση της κυβέρνησης για αλλαγή του εκλογικού νόμου, το παρόν κείμενο συνιστά μια προσπάθεια ανάδειξης κάποιων εναλλακτικών τεχνικών δυνατοτήτων για την τροποποίησή του. Κατ’ αρχήν πρέπει να σημειωθεί ότι ο σημερινός εκλογικός νόμος αποτέλεσε μια γενικότερη τομή στα χρονικά της ελληνικής εκλογικής ιστορίας.
Ολα τα αναλογικού τύπου εκλογικά συστήματα που εφαρμόστηκαν από το 1926 μέχρι και το 2004 ακολουθούσαν τη λογική της «σταδιακής κατανομής».
Οι έδρες δηλαδή κατανέμονταν αρχικά στις πρωτοβάθμιες εκλογικές περιφέρειες (νομούς) και στη συνέχεια οι αδιάθετες αποδίδονταν υπολογίζοντας τους γεωγραφικά ευρύτερους εκλογικούς συσχετισμούς (σε β’ και γ’ κατανομή), άλλοτε με βάση το σύνολο των ψήφων των κομμάτων (περιπτώσεις «ενισχυμένης αναλογικής») και άλλοτε με βάση τα αχρησιμοποίητα υπόλοιπά τους (περιπτώσεις «απλής αναλογικής»).
Αντίθετα, στον σημερινό εκλογικό νόμο, ακολουθείται η λογική της «εθνικής κατανομής». Το σύνολο δηλαδή των εδρών μοιράζεται στα κόμματα πρώτα με βάση την εθνική δύναμή τους και στη συνέχεια προσδιορίζεται η διαδικασία του τοπικού επιμερισμού τους στις διάφορες εκλογικές περιφέρειες.
Συγκεκριμένα, για την εθνική αυτή κατανομή προβλέπεται αφενός ο αναλογικός επιμερισμός των 250 εδρών (παλιότερα των 260) και αφετέρου η απευθείας απόδοση των υπόλοιπων 50 (ή 40 αντίστοιχα) ως «μπόνους» στο πρώτο κόμμα.
Στα διάφορα δημοσιεύματα των τελευταίων ημερών, η κυβέρνηση φέρεται να μελετά τη μείωση του μπόνους, ώστε η κατανομή να γίνει κατά το δυνατόν περισσότερο αναλογική. Τέτοια σενάρια για μπόνους από 50 έδρες και κάτω παρουσιάζονται αναλυτικά στον Πίνακα 1.

Επιπλέον, η κυβέρνηση φαίνεται να εξετάζει και την πλήρη κατάργηση του μπόνους, εφόσον το πρώτο κόμμα δεν υπερβαίνει το 40% των ψήφων. Η ίδια πρόταση είχε έλθει και παλιότερα στο προσκήνιο, με τροπολογία που είχε καταθέσει προσωπικά ο σημερινός πρωθυπουργός στις 4/4/2012.
Ωστόσο, μια τέτοια ρύθμιση θα δημιουργούσε τεράστια ασυνέχεια στη λειτουργία του εκλογικού συστήματος. Διότι αν το πρώτο κόμμα με 39,99% ήταν να λάβει 120 έδρες (όλες τους αναλογικά επί των 300), με μια ελάχιστη αύξηση του ποσοστού του στο 40,01% θα έφτανε κατευθείαν τις 150 (100 αναλογικά επί των 250, συν 50 με το μπόνους). Αλλά και τα μικρότερα σε δύναμη κόμματα στα δύο αυτά πολύ κοντινά σενάρια θα είχαν εντελώς διαφορετική αντιμετώπιση, με το ίδιο ακριβώς ποσοστό.
Εναλλακτικά ωστόσο θα μπορούσε να εξεταστεί και μια άλλη ρύθμιση που να ορθολογικοποιεί μεν τη λειτουργία του μπόνους χωρίς να δημιουργεί αντίστοιχες ασυνέχειες. Κάτι τέτοιο θα μπορούσε να επιτευχθεί με τη θέσπιση ενός «πλαφόν υπερεκπροσώπησης».
Για παράδειγμα, ο εκλογικός νόμος θα μπορούσε να προβλέπει ρητά ότι το πρώτο κόμμα θα δικαιούται το πολύ το 125% των εδρών που αναλογούν στο ποσοστό των ψήφων του.
Ετσι, με 40% θα μπορεί να φτάσει έως και τις 150 έδρες (το 50%). Αλλά με 30% δεν θα μπορεί να ξεπεράσει τις 112 ή 113 (το 37,5% των εδρών), με το μπόνους να περιορίζεται σε 37 ή 38 έδρες. Αν πάλι το πρώτο κόμμα λάβει 20%, θα κερδίζει το πολύ 75 έδρες (το 25%), με το μπόνους να συρρικνώνεται ακόμα περισσότερο (στις 25) και να καθίσταται έτσι ουσιαστικά «κυμαινόμενο».
Επί των δύο τελευταίων παραδειγμάτων, αρκεί να σημειωθεί ότι η Ν.Δ. με παρόμοια σχεδόν ποσοστά στις διπλές εκλογές του 2012 έλαβε 108 έδρες με 18,9% τον Μάιο και 129 έδρες με 29,7% τον Ιούνιο, κερδίζοντας δηλαδή υπερεκπροσώπηση σε ποσοστό 191% και 145% αντίστοιχα, γεγονός που καταδεικνύει αυτόματα τη σημασία μιας τέτοιας ρύθμισης.
Οσο για τις εναπομείνασες έδρες (από τις 50 του μπόνους), αυτές θα μπορούσαν είτε να παραχωρούνται κατά σειρά στα επόμενα σε δύναμη κόμματα (τηρώντας και για αυτά το «πλαφόν υπερεκπροσώπησης») είτε να κατανέμονται αναλογικά μεταξύ αυτών.
Βεβαίως, η παραπάνω λειτουργία του πλαφόν θα έπρεπε να ληφθεί υπόψη απλώς ως μια αρχική ιδέα, καθώς σε ακραίες συνθήκες ο συνδυασμός της με ένα μεγάλο αθροιστικό ποσοστό των κομμάτων εκτός Βουλής μπορεί να χρειαστεί και τη συμπερίληψη ενός διορθωτικού μηχανισμού.
Υπενθυμίζεται πάντως ότι ανάλογη ρύθμιση στην ελληνική εκλογική νομοθεσία αποτέλεσε η ρήτρα της «εξομάλυνσης», η οποία υπήρχε στον εκλογικό νόμο του 1990 (Ν. 1907) και έθετε το 70% ως «κάτω όριο υποεκπροσώπησης».
Αλλά και κατά τη συνταγματική αναθεώρηση του 1975, από σύσσωμη την τότε αντιπολίτευση είχε προταθεί μια παρόμοια διάταξη για το άρθρο 54 περί εκλογικού συστήματος, η οποία προέβλεπε ότι το ποσοστό των εδρών ενός κόμματος θα μπορεί να υπερβαίνει το ποσοστό των ψήφων του το πολύ κατά 10%.
Βεβαίως, ο μηχανισμός επιμερισμού στις εκλογικές περιφέρειες των εδρών που αρχικά αποδίδονται σε ευρύτερο γεωγραφικό επίπεδο είναι μαθηματικά αναπόφευκτο να οδηγεί σε τοπικά παράδοξα, με την έννοια ότι η τοπική κατανομή των εδρών είναι σχεδόν αδύνατο να συμβαδίζει πάντα με την τοπική σειρά δύναμης των κομμάτων.
Τέτοια παράδοξα που έχουν καταδειχθεί και αναλυθεί πολλαπλά μέχρι σήμερα διογκώνονται πρωτίστως λόγω της αύξησης του αριθμού των κομμάτων που εκπροσωπούνται στη Βουλή, αλλά δευτερευόντως και με την τοποθέτηση του μπόνους σε ακραίες τιμές.
Εχουν ενισχυθεί δηλαδή με την αύξηση του μπόνους στις 50 έδρες, αλλά θα ήταν και πάλι ιδιαίτερα σημαντικά με μια πιθανή πλήρη κατάργησή του στο πλαίσιο της απλής αναλογικής. Ενδεχομένως, θα περιορίζονταν αρκετά με τη μείωσή του στις 20-30 έδρες, αλλά χωρίς και πάλι να εξαλείφονται πλήρως και με βεβαιότητα, κάτι που άλλωστε δεν συνέβαινε ούτε με τα προηγούμενα συστήματα της «σταδιακής κατανομής».
Εναλλακτικά πάντως, θα μπορούσε να ακολουθηθεί μια λογική «διπλής κατανομής» των εδρών. Ενα μέρος τους δηλαδή να κατανέμεται εντός των πρωτοβάθμιων περιφερειών αναλογικά (και τηρώντας απόλυτα τους τοπικούς εκλογικούς συσχετισμούς) και οι υπόλοιπες να αποδίδονται διορθωτικά σε ευρύτερο γεωγραφικό επίπεδο (π.χ. στο πλαίσιο των αυτοδιοικητικών περιφερειών) και χωρίς τοπικό επιμερισμό, με σκοπό την επίτευξη της απαιτούμενης εθνικής κατανομής μεταξύ των κομμάτων, όπως αυτή θα προκύπτει από τα σύνολα των ψήφων τους.
Παρόμοια διορθωτική λειτουργία στην κατανομή των εδρών συναντά κανείς στο εκλογικό σύστημα της Δανίας, αλλά και της Γερμανίας, όπου η κατανομή των εδρών στα κρατίδια εξισορροπεί εκείνη στις μονοεδρικές, με αποτέλεσμα την τελική αποκατάσταση της εθνικής αναλογικότητας.
Τέλος, θα έπρεπε να αναφερθεί και ακόμα μία εναλλακτική, αυτή της «τοπικής κατανομής», δηλαδή της κατά τόπους εφαρμογής αναλογικών μεθόδων οι οποίες δεν αφήνουν αδιάθετες έδρες από τις πρωτοβάθμιες περιφέρειες (αναλογικές της εφάπαξ κατανομής) διατηρώντας πάντα το όριο του 3%. Τέτοια μέθοδος είναι η αναλογική των υπολοίπων (Μέθοδος Hare-Niemeyer), που εν πολλοίς θεωρείται και αρχέτυπο της «απλής αναλογικής».
Μια δεύτερη είναι η Μέθοδος Sainte-Laguë (αναλογική των μονών αριθμών), η οποία χρησιμοποιείται κυρίως στις σκανδιναβικές χώρες (Σουηδία, Νορβηγία), αλλά σε μια τροποποιημένη εκδοχή της (τροποποιημένη Μέθοδος Sainte-Laguë).
Τέλος, υπάρχει και η Μέθοδος D’ Hondt (αναλογική του μέσου όρου) που αποτελεί και τη δημοφιλέστερη τεχνική κατανομής των εδρών στην Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη, ενώ πλέον έχει υιοθετηθεί και στη Μ. Βρετανία για τις ευρωεκλογές. Ειδικά δε στην Ισπανία, την Πορτογαλία και την Τσεχία, εφαρμόζεται ακριβώς στη λογική της «τοπικής κατανομής».
Οι τέσσερις αυτές μέθοδοι αποκλίνουν μεν βαθμηδόν από την απόλυτη αναλογικότητα (ακόμα και στην περίπτωση της αναλογικής των υπολοίπων), αφού η εφαρμογή τους γίνεται στο πλαίσιο πολλών ολιγοεδρικών περιφερειών, όπως στις 56 της ελληνικής επικράτειας.
Ωστόσο, οι παραγόμενες πλειοψηφίες είναι απολύτως συγκρίσιμες με όλα τα σενάρια μείωσης του σημερινού μεγέθους του μπόνους (βλ. Πίνακα 2), τηρώντας ταυτόχρονα πάντα τους τοπικούς εκλογικούς συσχετισμούς.
Τέλος, όπως γίνεται φανερό από όλα τα σενάρια και την εφαρμογή τους στα τελευταία εκλογικά αποτελέσματα, η μείωση του μπόνους κάτω των 50 εδρών θα οδηγούσε στην ανάγκη συνεργασιών πολύ ευρύτερων σε σύγκριση με το σημερινό κυβερνητικό σχήμα.
Πράγμα που σημαίνει ότι η διακομματική συναίνεση για την αλλαγή του εκλογικού συστήματος προς μια τέτοια κατεύθυνση δεν απαιτείται μόνο για την άμεση υιοθέτησή του (πλειοψηφία 2/3), αλλά και για την εξασφάλιση της κυβερνησιμότητας μετά από αυτήν.
*μαθηματικός – δρ Πολιτικής Επιστήμης
