Το Σάββατο το πρωί, μετά από σύντομο περίπατο, γιατί ο καιρός, μ’ αυτή τη μούχλα που σου καθόταν στο στομάχι, δεν ήταν και για πολύ περπάτημα, άνοιξα την μπαλκονόπορτα της κρεβατοκάμαρας, να μπει μέσα ο καθαρός αέρας, υποτίθεται. Εργάστηκα μέχρι το μεσημέρι και σηκώθηκα να βγω.
Θα πήγαινα στο Ηράκλειο να δω τους εγγονούς μου στην μπάλα. Πήγα να κλείσω την μπαλκονόπορτα και, ομολογώ την αμαρτία μου, θύμωσα ελαφρώς με τον Ματθαίο, που όταν μας προτρέπει, «εμβλέψατε εις τα πετεινά του ουρανού, ότι ου σπείρουσιν ουδέ θερίζουσιν ουδέ συνάγουσιν εις αποθήκας, και ο πατήρ υμών ο ουράνιος τρέφει αυτά», δεν μας λέει τι γίνεται με τα περιττώματα της τροφής, όταν τα πετεινά βρίσκουν ανοιχτή μπαλκονόπορτα κρεβατοκάμαρας!
Τέλος πάντων, βγήκα, πήγα στη στάση του μετρό. Φερμέ! Απεργία, λέει. Απεργούσε και ο Ηλεκτρικός. Οπότε, αντίο η μπάλα των εγγονών. Το πήρα με το πόδι για τα Εξάρχεια, να δω κανένα φίλο. Το σώσε από μποτιλιάρισμα και κορναρίσματα στη Βασ. Σοφίας.
Πέφτανε και κάτι «του κατηχητικού» πού και πού. Ο δε καιρός, χάλι μαύρο∙ να κολυμπάς στην ομίχλη και να θέλεις καθαριστήριο. Από τον Εθνικό Κήπο, είδα ψηλά, στο χάος του Λυκαβηττού και ξεχώρισα τρεις-τέσσερις σιλουέτες. Απόρησα. Τι να ρέμβαζαν από κει πάνω, αφού ζήτημα ήταν αν διακρινόταν έστω και το Κολωνάκι! Ισως, σκέφτηκα, ήταν παρατηρητές μετεωρολόγοι, που ψυχανέλυαν τον μπάσταρδο καιρό –χαρμάνι από καυσαέριο, βιομηχανικούς ρύπους και αφρικανική σκόνη– να δουν τι καπνό φουμάρει.
Εκανα τότε δύο σκέψεις. Η πρώτη: πώς γίνεται να κλείνουν τα εργοστάσια και να έχουμε άνοδο βιομηχανικών ρύπων∙ κάνουμε μάλιστα και εξαγωγή. Η δεύτερη: από δω το ’χαμε από κει το φέραμε, καταφέραμε, τουλάχιστον από κλιματολογικής απόψεως, να γίνουμε χώρα αφρικανική. Συνέχισα, μες στην ανεμοθύελλα, προς την όαση των Εξαρχείων…
