Σοβαρά ζητήματα συμβατότητας με τα ανθρώπινα δικαιώματα θέτουν η πρακτική των ελληνικών αρχών και ο πρόσφατος νόμος του υπουργείου Μεταναστευτικής Πολιτικής, όπως αναδεικνύεται σε παρεμβάσεις του Συνηγόρου του Πολίτη και του Ελληνικού Συμβουλίου για τους Πρόσφυγες.
Σε παρέμβασή του με αφορμή την υλοποίηση της συμφωνίας Ε.Ε. και Τουρκίας ο Συνήγορος επισημαίνει την υποχρέωση των αρχών να εκδίδουν ειδικά αιτιολογημένες διοικητικές αποφάσεις σε περιπτώσεις στέρησης της ελευθερίας και απόρριψης του αιτήματος διεθνούς προστασίας.
Η παρέμβαση του Συνηγόρου γίνεται σε μια στιγμή που η πίεση για την υλοποίηση της συμφωνίας έχει δημιουργήσει κατάσταση εξαίρεσης από τον νόμο στα κέντρα κράτησης στα νησιά, όπου, όπως καταγράφουν οργανώσεις δικαιωμάτων, οι αρχές αποφασίζουν αυθαίρετα την κράτηση ανθρώπων.
Ο Συνήγορος επισημαίνει επίσης την ανάγκη επαρκούς ενημέρωσης των προσφύγων και των μεταναστών που φτάνουν στην Ελλάδα για τα δικαιώματά τους, όπως και την ανάγκη πλήρους πρόσβασης σε όλα τα στάδια της διαδικασίας ασύλου.
Σημειώνει επίσης ότι η υποχρέωση του κράτους να διασφαλίζει τα δικαιώματα των προσφύγων και μεταναστών δεν περιορίζεται στις αναγνωρισμένες δομές, αλλά επεκτείνεται και στους άτυπους καταυλισμούς όπου πρέπει να καταβάλλεται κάθε προσπάθεια για την εξασφάλιση σίτισης, πόσιμου νερού, ένδυσης και περίθαλψης, όπως επίσης του εντοπισμού και της αποτελεσματικής προστασίας των ευάλωτων ομάδων.
Με αφορμή τη βία από τις αρχές της ΠΓΔΜ εναντίον προσφύγων στην Ειδομένη, ο Συνήγορος επισημαίνει την ανάγκη διασυνοριακής συνεργασίας των κρατών ώστε να διασφαλιστεί η προστασία των δικαιωμάτων των προσφύγων και μεταναστών.
Σε αναλυτικό υπόμνημα για τον νόμο που ψήφισε εσπευσμένα η Βουλή για το προσφυγικό, το Ελληνικό Συμβούλιο για τους Πρόσφυγες σημειώνει σειρά διατάξεων που έρχονται σε αντίθεση με τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου και τους κανόνες του διεθνούς δικαίου.
Ο νόμος «υιοθετεί μια πρακτική συστηματικού και αδιάκριτου “περιορισμού της ελευθερίας”, χωρίς εξατομικευμένη αξιολόγηση και εκτίμηση της αναγκαιότητας για την επιβολή του συγκεκριμένου μέτρου, για το σύνολο των νεοεισερχομένων πολιτών τρίτων χωρών, συμπεριλαμβανομένων των προσώπων που ανήκουν σε ευάλωτες ομάδες» επισημαίνει η οργάνωση.
Σημειώνει επίσης ότι οι κατά παρέκκλιση διατάξεις για τη διαδικασία ασύλου «υπονομεύουν την αποτελεσματική άσκηση των δικαιωμάτων των ανθρώπων που χρήζουν διεθνούς προστασίας». Υπογραμμίζει επίσης πως έχουν μειωθεί οι προϋποθέσεις που πρέπει να πληροί μια «πρώτη χώρα ασύλου», που πια δεν αντιστοιχούν σε αυτά που απαιτούνται για τον χαρακτηρισμό μιας χώρας ως «ασφαλούς τρίτης χώρας», ανοίγοντας ενδεχομένως τον δρόμο για απελάσεις στην Τουρκία μέσω της νομικής οδού της πρώτης χώρας ασύλου.
Η οργάνωση επισημαίνει πως η δυνατότητα του υπουργού Εσωτερικών να μετατρέπει με απόφασή του τους χώρους φιλοξενίας σε κέντρα κράτησης «γεννά εύλογα ερωτηματικά […] ιδίως λαμβάνοντας υπόψη το κατά συντριπτική πλειοψηφία προσφυγικό προφίλ των πληθυσμών που εισέρχονται ή/και παραμένουν στη χώρα».
Και προειδοποιεί: «Η συνομολόγηση της συμφωνίας Ε.Ε.-Τουρκίας δεν μπορεί να δικαιολογήσει τη μη τήρηση των υποχρεώσεων των ελληνικών αρχών όπως αυτές προκύπτουν από το σύνολο των κανόνων του εθνικού, ευρωπαϊκού και διεθνούς δικαίου».
