Από την πηγή της γνώσης δεν έρχεται καμιά προσδοκία ανάστασης. Ο,τι μας δίνει το περιεχόμενο του κόσμου ως μέτρηση στον χώρο και τον χρόνο, ως αριθμός που εκφράζει ποσότητα δεν περικλείει την εσωτερική μας ζωή, τους φόβους και τις επιθυμίες μας.
Η εποχή που διανύουμε, μια δύσκολη εποχή με όλα τα στοιχεία της αποκάλυψης, της αδιάκοπης εμφάνισης του «νέου», και ως μέσου αλλά και ως αυτού καθεαυτό του μηνύματος το οποίο μας περικλείει, πολλές φορές ακατανόητο και τις περισσότερες μάλλον αδιάφορο. Αδιάφορο, γιατί δεν διατηρεί το νόημά του στον χρόνο και ως εκ τούτου ούτε την ταυτότητά του ως διακριτή δήλωση του οποιουδήποτε όντος.
Ο μύθος, από την άλλη πλευρά, ανταγωνίζεται με τη διαλυτική δύναμη της διάνοιας, όπως το έθεσε ο Μπερξόν. Και σ’ αυτό ακριβώς το σημείο, αυτό που για μας είναι πλέον ο μύθος της Μεγάλης Εβδομάδος, του Θανάτου και της Ανάστασης, της υπόσχεσης του Θεού για τη σωτηρία του δημιουργήματός Του, του Αδάμ.
Ο μύθος ποίημα της δημιουργικής φαντασίας του ανθρώπου είναι η προσπάθειά του να «υπερνικήσει εκείνο που τον καταστρέφει με εκείνο που τον ξεπερνά» όπως το έθεσε ο Μαλρό.
Για μας, τα στοιχεία τα οποία μας καταστρέφουν είναι δεδομένα από τη στιγμή που η ανθρώπινη συνείδηση βρέθηκε μπροστά στο αποτρόπαιο στοίχειωμα της απώλειας, της φυγής από τη ζωή και τις ανάγκες της.
Ολα τα έμβια γύρω του έπαυαν κάποια στιγμή να κινούνται, να λειτουργούν, το ίδιο και ο ίδιος. Αυτό το οποίο αποκαλούμε θάνατο, αυτό το οποίο μας απέκοπτε έστω και από τους πόνους της ζωής έγινε ο αμέτρητος φόβος του ανθρώπου με αυτο-συνείδηση. Αυτό που κατέστρεφε την ύπαρξή του ήταν ο θάνατος, μυστηριώδης, απρόσιτος, άτεγκτος.
Τι θα μπορούσε να υπερνικήσει αυτό το ακατάλυτο στοιχειό, αυτό που καλά καλά δεν ήταν ούτε είναι ακόμη κατανοητό; Αυτό που δεν έχει χαρακτηριστικά, δεν μετριέται και δεν ζει μαζί μας ενώ βρίσκεται ανάμεσά μας και μέσα μας κάθε στιγμή.
Ο θάνατος είναι η άρνηση, η απόρριψη της εσωτερικής ζωής. Ο θάνατος είναι αυτό που δεν είναι, το μη ον, και με μια έννοια η ερώτηση τίθεται και πάλι όπως από τον Παρμενίδη: Υπάρχει το μη ον; Η απάντηση είναι πως όχι. Και εδώ η διάνοια με τη διαλυτική της λειτουργία αρχίζει να μας αποκαλύπτει το πόσο λίγα γνωρίζουμε για τον θάνατο.
Ο Σωκράτης στην Απολογία του ειρωνεύεται τον φόβο του θανάτου. Ο θάνατος είναι γι’ αυτόν ένας ύπνος από τον οποίο δεν ξυπνά κανείς ή είναι μια ατέρμονη συζήτηση με τον Μίνωα, τον Αιακό και τον Ραδάμανθυ στο βασίλειο του Αδη. Και ο μαθητής του, ο Πλάτων στον «Φαίδωνα» μας λέει πως η φιλοσοφία είναι μάθημα θανάτου.
Δεν θα είχαμε πολλά να πούμε για τους νεκρούς μας πέρα από τον Πρίαμο όταν ζητά τον νεκρό του γιο, Εκτορα, για να τον θάψει. Πιστεύοντας πως είμαστε κάποια φαντάσματα στον Κάτω Κόσμο ο Αχιλλέας δηλώνει με βεβαιότητα πως είναι χειρότερο και αν βασιλεύεις ανάμεσα στα φαντάσματα παρά αν είσαι δούλος εν ζωή. Αν αυτό μας διαβεβαίωνε ο μεγάλος εκείνος ήρωας, δεν μπορούσαμε παρά να βρισκόμαστε έντρομοι μπροστά στον θάνατο.
Και όμως, ο μύθος του Θεού, του ζώντος και Σωτήρα ήρθε και ενέπνευσε αυτό που η εσωτερική ζωής μάς ζητούσε ως το μέγα γεγονός της αντιστροφής, της αλλαγής του κόσμου όπως τον είχαμε γνωρίσει.
Ο μύθος αυτός της Ανάστασης του Θεού, της ανάστασής μας, πέρα από το ανίκητο πάθος του θανάτου, ήρθε στο αυτο-συνείδητο ον άνθρωπο ως μια δημιουργία όχι της παραπλανητικής παρηγοριάς αλλά ως εξουδετέρωση της θλίψης και της αποξένωσης. Ηρθε ως μια πλήρωση του κενού που είχε δημιουργήσει η πρωτόγονη αντίληψη για το τέλος που δεν μπορούσε να γίνει αποδεκτό όπως μας έδειχναν τα σημάδια από τον φυσικό κόσμο.
Ζούμε στην εποχή της απομυθοποίησης, την εποχή του αιώνιου ύπνου, αν και ζώντες οργανισμοί στο βασίλειο της εξέλιξης, κάθε είδους και ποιότητας. Γνωρίζουμε πως οι μέρες μας είναι μετρημένες, όχι με τα γυρίσματα του ήλιου αλλά με την επικοινωνία που καθορίζει η ταχύτητα του φωτός. Μας είπαν πως οι θεοί πέθαναν, και γι’ αυτόν τον λόγο τούς απορρίψαμε ως κάτι το ενοχλητικό, μια και απαιτούν αφοσίωση και πίστη.
Ζούμε τις μέρες μας δίχως εσωτερική ζωή, με τον χρόνο να μετράει δίχως νόημα μηνύματα αδιάφορα και παρελκυστικά από τον πλούτο που πρόσφεραν οι μύθοι, ως σύζευξη της διάνοιας και της φαντασίας με την τάση μας να σχηματίζουμε επιθυμίες τις οποίες δεν μπορούμε να ικανοποιήσουμε. Αυτές οι μη ικανοποιήσιμες επιθυμίες όμως είναι αυτές που ασκούν και κρατούν σε εγρήγορση τις δυνάμεις μας για οποιονδήποτε άλλο σκοπό. Ετσι τουλάχιστον δικαιολογούσε ο Καντ την ύπαρξη αυτού του είδους των επιθυμιών.
Θα θέλαμε να πιστεύουμε στην Ανάσταση του Θεού, στην Ανάστασή μας -επιθυμίες που θα θέλαμε να εκπληρώνονται. Θα θέλαμε τον πλούτο μιας εσωτερικής ζωής, με την ποίηση ως λέξη να συνταιριάζει τον κόσμο με τον μύθο στη γαλήνη της ψυχής, στην ευφορία που φέρνει η προσδοκία της υπέρβασης, της νίκης της ζωής μας.
