Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Στη χορεία των «προηγμένων αναδυόμενων αγορών» κατατάσσεται επισήμως από σήμερα το Χρηματιστήριο της Αθήνας, μετά την υποβάθμισή του από τον βρετανικό οίκο FTSE που είχε προαναγγελθεί από το περσινό καλοκαίρι.

Είναι πλέον η μοναδική κεφαλαιαγορά της ζώνης του ευρώ που δεν ανήκει στην κατηγορία των αναπτυγμένων και θα συγκρίνεται ως επί το πλείστον με αγορές του πρώην ανατολικού μπλοκ.

Η υποβάθμιση από τον FTSE κλείνει έναν 15ετή κύκλο στη διάρκεια του οποίου το ελληνικό Χρηματιστήριο υπήρξε μεν «ισότιμο» στα χαρτιά με τα μεγάλα χρηματιστήρια του πλανήτη, αλλά στην πράξη ουδέποτε από το 2001 όταν αναβαθμίστηκε, και ειδικά μετά το 2007 όταν ξέσπασε η ελληνική κρίση που έγινε αιτία να καταρρεύσουν οι αποτιμήσεις και να αποδημήσουν στο εξωτερικό κεφάλαια άνω των 8 δισ. ευρώ, αντιμετωπίστηκε ως αναπτυγμένη αγορά από τα διεθνή funds.

Τον Μάιο του 2013 είχε προηγηθεί η υποβάθμιση του ελληνικού Χρηματιστηρίου και από τη Morgan Stanley που διαχειρίζεται τους δείκτες MSCI.

Το κρίσιμο ερώτημα πλέον είναι αν η μετάταξη στις «προηγμένες αναδυόμενες αγορές» (advanced emerging markets) θα σηματοδοτήσει ένα ακόμη χειρότερο μέλλον για την αγορά της Αθήνας, που βρίσκεται σε χαμηλά 26 ετών, ή θα αποδειχθεί ευεργετική για την πρόσβαση των εισηγμένων επιχειρήσεων σε διεθνή κεφάλαια.

Η απάντηση, λένε αναλυτές, δεν μπορεί να είναι μονοσήμαντη, καθώς η επόμενη μέρα θα εξαρτηθεί σε κάθε περίπτωση από την υπέρβαση των προβλημάτων που ταλανίζουν την οικονομία και τις προοπτικές ανάκαμψής της και από την ανθεκτικότητα του τραπεζικού κλάδου στον οποίο κατευθύνεται το μεγαλύτερο μέρος των διεθνών κεφαλαίων που εισρέουν.

Από τις πρώτες εκτιμήσεις, πάντως, μπορεί η υποβάθμιση της ελληνικής αγοράς να αποτελεί μια εξόχως δυσμενή εξέλιξη που αντικατοπτρίζει τη δεινή κατάσταση της οικονομίας σε συνθήκες αποκλεισμού από τις αγορές και περιορισμών στην κίνηση κεφαλαίων, από την άλλη στην πράξη έχει όλες τις προϋποθέσεις να αποδειχθεί θετική για τις ελληνικές επιχειρήσεις καθώς θα ανοίξει την πόρτα σε περισσότερα ξένα κεφάλαια, τα οποία ωστόσο θα είναι πιο κερδοσκοπικά και με μικρότερο ορίζοντα επένδυσης.

Ηδη τα στοιχεία των τελευταίων επτά μηνών δείχνουν ότι οι ξένοι επενδυτές είναι σταθεροί αγοραστές στο Χρηματιστήριο της Αθήνας έχοντας διοχετεύσει κεφάλαια άνω του 1,1 δισ. ευρώ, συμπεριλαμβανομένων και των επενδυτικών τοποθετήσεων που έγιναν κατά την τελευταία ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών.

Στην τρέχουσα συγκυρία ειδικά, όπου θα παιχτεί το στοίχημα της θετικής αξιολόγησης του Μνημονίου, της διαπραγμάτευσης για αναδιάρθρωση του χρέους και των αναμενόμενων αναβαθμίσεων στην πιστοληπτική διαβάθμιση της οικονομίας, η μετάταξη στις αναδυόμενες αγορές μπορεί να έχει θετικά αποτελέσματα και να γίνει ο συνδετικός κρίκος του περιθωριοποιημένου Χρηματιστηρίου Αθηνών με διεθνή κεφάλαια τα οποία ακολουθούν τους δείκτες αναφοράς του FTSE και τοποθετούνται στις αγορές της Ρωσίας, τη Τουρκίας, της Πολωνίας, της Ουγγαρίας και της Τσεχίας, οι οποίες βρίσκονται εκτός ευρωζώνης αλλά το Χ.Α. θα συγκρίνεται πλέον μαζί τους.

Ενδεικτικό είναι πως η στάθμιση των ελληνικών μετοχών στον δείκτη των advanced emerging markets θα αντιστοιχεί πλέον στο 6,14% επί της συνολικής κεφαλαιοποίησης του δείκτη. Η σταθμισμένη με το ποσοστό ελεύθερης διασποράς χρηματιστηριακή αξία των 22 μετοχών που θα μετάσχουν, ανέρχεται σε 14,5 δισ. ευρώ σε σύνολο κεφαλαιοποίησης του δείκτη ύψους 230 δισ. ευρώ.

Στον δείκτη FTSE Developed Markets όπου συμμετείχε μέχρι σήμερα το ελληνικό Χρηματιστήριο οι 18 μετοχές που περιλαμβάνονται και έχουν αξία 13,95 δισ. ευρώ, αντιστοιχούν μόλις στο 0,19% της κεφαλαιοποίησης, η οποία πάντως ήταν συνολικά πολύ υψηλότερη καθώς ξεπερνά τα 7,3 τρισ. ευρώ.

Οι αναδιαρθρώσεις

Μια πρώτη γεύση από τις βραχυπρόθεσμες επιπτώσεις της υποβάθμισης πήρε η χρηματιστηριακή αγορά στη συνεδρίαση της περασμένης Παρασκευής, όταν έγιναν οι υποχρεωτικές αναδιαρθρώσεις μεταξύ χαρτοφυλακίων που εκ του καταστατικού τους δεν μπορούν να διατηρούν θέσεις σε αναδυόμενες αγορές, και των funds που τοποθετούνται σε αυτή την κατηγορία χρηματιστηρίων.

Οι συναλλαγές στη χρηματιστηριακή αγορά εκτοξεύτηκαν στα 305 εκατ. ευρώ λόγω των αναδιαρθρώσεων, ενώ ο γενικός δείκτης έκλεισε με μεγάλες απώλειες κατά 3,29% στις 548,58 μονάδες, αφού όμως στις προηγούμενες τέσσερις εβδομάδες είχε καταγράψει άνοδο ώς και 38% από τα χαμηλά έτους των 421 μονάδων και οι τραπεζικές μετοχές είχαν υπερδιπλασιάσει την αξία τους με αποδόσεις μέχρι 260%.

Σύμφωνα με εκτιμήσεις διεθνών αναλυτών, η αυξημένη στάθμιση των ελληνικών μετοχών στον δείκτη των αναδυόμενων αγορών αναμενόταν να αποφέρει καθαρές εισροές ώς και 300 εκατ. δολαρίων.