Σε άρθρο τους στην «Εφημερίδα των Συντακτών», οι Κώστας Δημουλάς και Βασίλης Φούσκας υποστηρίζουν ότι η ίδρυση του νέου Ταμείου για τη διαχείριση και αξιοποίηση της περιουσίας του Δημοσίου επισφραγίζει τη δεύτερη μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο στρατηγική ήττα της ελληνικής Αριστεράς.
Πολύ βαρύς ισχυρισμός από τους δύο πανεπιστημιακούς, τον οποίο στηρίζουν σε μια ανάλυση που η κεντρική λογική της είναι ότι οι δανειστές θα έχουν μέσα από το νέο Ταμείο τον πλήρη έλεγχο της ελληνικής οικονομίας για έναν αιώνα(!).
Κατά τη γνώμη μας, η ανάλυση αυτή είναι πολιτικά και οικονομικά λανθασμένη στον πυρήνα της. Και παράγει πολιτικά συμπεράσματα (μετατόπιση του ΣΥΡΙΖΑ κ.λπ.) επίσης σε τελείως λάθος κατεύθυνση.
Η βασική παραδοχή που γίνεται στο άρθρο είναι ότι το ελληνικό χρέος δεν θα μπορεί να εξυπηρετηθεί επί έναν αιώνα. Οπότε θα πουλάμε συνεχώς περιουσία του Δημοσίου μέχρι να ξεχρεώσουμε.
Αν όμως συνεχίσουμε να έχουμε το σημερινό μη βιώσιμο χρέος για άλλον έναν αιώνα, η χώρα είναι καταδικασμένη ούτως ή άλλως. Τι συζητάμε δηλαδή, τους όρους της καταστροφής και αν αυτή θα περιλαμβάνει και Ταμείο Διαχείρισης; Καμιά Αριστερά δεν συμβιβάζεται με μια τέτοια προοπτική.
Η θέση ότι το ελληνικό χρέος δεν είναι βιώσιμο και πρέπει να απομειωθεί δραστικά δεν είναι κάτι καινούργιο, είναι η κεντρική θέση της κυβέρνησης. Η έναρξη της συζήτησης για την απομείωση του χρέους είναι ο πρωτεύων στόχος για την κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ από την αρχή της διαπραγμάτευσης.
Η απομείωση του χρέους περιλαμβάνεται στη συμφωνία του Ιουλίου 2015, έγινε συγκεκριμένη ως διαδικασία με τις αποφάσεις για την ολοκλήρωση της αξιολόγησης, πιέζει γι’ αυτήν το ΔΝΤ, υποχωρεί σταδιακά στο θέμα αυτό και ο Σόιμπλε.
Η απομείωση του ελληνικού χρέους θα γίνει. Και το χρέος, που σήμερα δεν είναι βιώσιμο, όπως η κυβέρνηση τόλμησε και είπε επίσημα, θα είναι αρχικά διαχειρίσιμο με τις βελτιώσεις στα επιτόκια και τις προθεσμίες αποπληρωμής και σταδιακά μακροπρόθεσμα βιώσιμο, πέφτοντας προς το 100% του ΑΕΠ.
Μέσα στο πλαίσιο αυτό, όπως σωστά υποστηρίζει ο Ευκλείδης Τσακαλώτος, θα γίνει κυρίως αξιοποίηση της δημόσιας περιουσίας και όχι πώλησή της. Τα 99 χρόνια ζωής του Ταμείου δεν προβλέπονται για να γίνονται πωλήσεις επί έναν αιώνα, αντίθετα προβλέπονται για να μη γίνουν πωλήσεις εκβιαστικά αλλά μακροπρόθεσμη αξιοποίηση της δημόσιας περιουσίας.
Το κλειδί είναι στην απομείωση του δημόσιου χρέους. Με βιώσιμο χρέος κανένας δεν σε υποχρεώνει σε πωλήσεις δημόσιας περιουσίας. Με μη βιώσιμο χρέος, υπάρχει-δεν υπάρχει Ταμείο, η χώρα θα είναι συνεχώς υπό καθεστώς εκβιασμού.
Μια δεύτερη παραδοχή που γίνεται στο άρθρο είναι ότι οι δύο εκπρόσωποι των δανειστών στο πενταμελές Εποπτικό Συμβούλιο του Ταμείου θα επιβάλλουν πλήρως τη θέλησή τους και στον σχεδιασμό για την ανάπτυξη της Ελλάδας όπου θα κατευθύνονται τα μισά έσοδα του Ταμείου. Προφανώς επειδή (υποθέτουν οι συγγραφείς του άρθρου ότι) θα είμαστε για πάντα χρεωμένοι και δεν θα μπορούμε να πούμε όχι στους δανειστές. Δηλαδή επιστρέφουμε στο προηγούμενο σημείο, την ανάγκη απομείωσης του χρέους και γρήγορης εξόδου από το καθεστώς οικονομικού ελέγχου της χώρας.
Σε τελευταία ανάλυση, οι όροι της εξάρτησης της χώρας δεν είναι τυπικοί, αλλά πολιτικοί και οικονομικοί. Η «συνδιαχείριση της ελληνικής οικονομίας από τις ευρωπαϊκές ελίτ», την οποία σωστά επισημαίνουν οι συγγραφείς του άρθρου, είναι πραγματικότητα από το 2010. Η κυβέρνηση της Αριστεράς είναι η μόνη που την αμφισβήτησε και που ανοίγει με όλες τις δυσκολίες τον δρόμο για να τη σπάσει.
Ακόμη ένα σημείο για την εξάρτηση: Και χωρίς μνημόνια και Ταμείο, η οικονομική ανεξαρτησία κάθε κράτους-μέλους της ευρωζώνης είναι περιορισμένη περισσότερο και από το θεωρητικά αναμενόμενο, λόγω σοβαρών προβλημάτων στην αρχιτεκτονική της Νομισματικής Ζώνης, που οφείλονται στην ηγεμονία του νεοφιλελευθερισμού κατά τη διαμόρφωση του σύγχρονου θεσμικού πλαισίου της Ε.Ε. και της ευρωζώνης. Σε αυτό συμφωνούν και οι συγγραφείς του άρθρου, μιλώντας για τον «νέο συνταγματισμό».
Παράλληλα λοιπόν με την προσπάθεια για την απομείωση του ελληνικού χρέους που μπήκε στον δρόμο της, η ελληνική κυβέρνηση της Αριστεράς έχει ήδη ξεκινήσει την ακόμη μεγαλύτερη μάχη για το χτίσιμο των συμμαχιών της στην επιδίωξη αλλαγής αυτού του νεοφιλελεύθερου πλαισίου. Δεν ασφυκτιά μόνον η Ελλάδα αλλά όλος ο ευρωπαϊκός Νότος, ενώ και στον πλουσιότερο Βορρά εντείνονται οι κοινωνικές ανισότητες.
Η «υποτελής ενσωμάτωση των περιφερειακών κρατών της Ευρώπης στον άτυπο συνασπισμό που έχει συγκροτήσει η γερμανική ηγεμονία στη Νομισματική Ενωση» που περιγράφεται στο άρθρο δεν στηρίζεται στο νέο Ταμείο για την Ελλάδα ή σε μια αναπαραγωγή του διεθνώς, αλλά συνολικά στον τρόπο λειτουργίας της ΕΚΤ, στα δομικού χαρακτήρα εμπορικά ελλείμματα του Νότου με τη Γερμανία, στην έλλειψη μηχανισμών μοιράσματος του κινδύνου του κρατικού χρέους, στην έλλειψη αυτόματων αναπτυξιακών σταθεροποιητών στη δομή της ευρωζώνης για τις οικονομίες σε απόκλιση, στη μονομερή κυριαρχία του κριτηρίου της δημοσιονομικής σταθερότητας έναντι αυτού της ανάπτυξης στις Συνθήκες κ.λπ.
Η ελληνική κυβέρνηση της Αριστεράς τολμά και θέτει αυτά τα ζητήματα στην ευρωπαϊκή ατζέντα και βρίσκει συνομιλητές και συμμάχους. Οχι μόνον δεν υπάρχει «μετεξέλιξη του ΣΥΡΙΖΑ σε σοσιαλδημοκρατικό κόμμα», αλλά ο ΣΥΡΙΖΑ και η Ευρωπαϊκή Αριστερά πιέζουν για τη μετατόπιση της σοσιαλδημοκρατίας προς τα αριστερά, όπως γίνεται από την Πορτογαλία μέχρι τη Βρετανία.
Αρα ο στρατηγικός στόχος είναι διπλός: η ανάκτηση της ελληνικής οικονομικής ανεξαρτησίας και η δημοκρατική-προοδευτική μεταρρύθμιση της Ευρώπης. Η νίκη προφανώς δεν είναι εύκολη, αλλά γίνεται ακόμη πιο δύσκολη αν σπεύδουμε να βρούμε ήττες εκεί που δεν υπάρχουν και ακριβώς τη στιγμή που βάζουμε επιτέλους τα θεμέλια της ανάκαμψης.
*Ο Γιώργος Βεργόπουλος είναι οικονομολόγος και στέλεχος του Συνασπισμού της Ριζοσπαστικής Αριστεράς
