Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Μπορεί κάπου ο σημερινός τίτλος να παραπέμπει στο θεατρικό «Ενας μήνας στην εξοχή» του Ιβάν Τουργκένιεφ. Ομως έχει ελάχιστη σχέση με την ηθογραφία του Ρώσου δραματουργού, στην οποία οικογένεια αστών, στη Ρωσία του 1850, με προσκεκλημένους της, περνούν ένα καλοκαίρι στην εξοχή, όπου, με τις αποσκευές, μεταφέρουν και την πλήξη τους που μάταια προσπαθούν να δαμάσουν και, στο τέλος, τους καταπίνει.

Το δικό μου «πρωινό στην εξοχή» μάλλον έχει να κάνει με κάποιες μικροχαρές που δίνει η εξοχή σε μας τους αστούς, όχι αστούς με την ταξική έννοια του όρου, αλλά με τη γεωγραφική, ως κατοίκους του άστεως και μάλιστα γεννημένους στο άστυ, δηλαδή ανθρώπους της πόλης.

Εγραφα κάτι ανάλογο («Η φύση και ο άνθρωπος της πόλης», 23/2»), όταν, εντυπωσιασμένος από έναν κοκκινολαίμη (πουλί ωραιότατο για όσους δεν γνωρίζουν), που όσο περιποιόμουν τον κήπο μου στο Πήλιο, μου έκανε συντροφιά από ελάχιστη απόσταση!

Τότε έμαθα, από ντόπιο, πως οι κοκκινολαίμηδες επιθυμούν ιδιαίτερα τη συντροφιά του ανθρώπου και μάλιστα, όχι από ιδιοτέλεια, όπως τα περιστέρια στο Σύνταγμα που τα ταΐζουμε και τα έχουμε κάνει θρεφτάρια∙ νομίζω πια ότι περιμένουν και στα φανάρια το πράσινο να περάσουν απέναντι! Εγραφα λοιπόν τότε: «Τα χάνουμε κάτι τέτοια οι άνθρωποι των πόλεων, εντειχισμένοι στα κάστρα των ανέσεων! Πολλοί ξεμάθαμε ακόμα και το παρκάκι της γειτονιάς.

Η απλοχεριά της φύσης ξεπερνάει κάθε φαντασία. Οσο την πλησιάζεις και την παρατηρείς, τόσο καταλαβαίνεις πόσα χάνεις όταν απομακρύνεσαι…»

Αυτή τη φορά ήταν το πρωινό της Μεγάλης Παρασκευής. Προτού βγάλω βόλτα τη σκυλίτσα των εγγονών μου, την ωραιότατη Μάντη, μόλις οχτώ μηνών, ξημερώματα, προνόησα και άναψα την καφετιέρα. Εξω έκανε ψύχρα και ψιχάλιζε. Επιστρέφοντας το σπίτι ήταν ζεστό και ο καφές ευώδιαζε… εστία και σπίτι και καλωσόρισμα. Κάπου στο βάθος λαλούσε ένα αηδόνι…