Προσπαθώ μέρες τώρα να βάλω σε μια σειρά τις σκέψεις μου και να καταγράψω την άποψή μου για την απόφαση του πειθαρχικού της ΕΣΗEΑ να διαγράψει δημοσιογράφους για τον τρόπο με τον οποίο λειτούργησαν την περίοδο του δημοψηφίσματος.
Βέβαια, αποκλειστικά δημοσιογράφους που υποστήριξαν το «ναι» στο δημοψήφισμα, καθώς δεν ασχολήθηκε καθόλου με εκείνους που υποστήριξαν το «όχι». Λες και… προπαγάνδα γίνεται μόνο από τη μια μεριά.
Μου είναι δύσκολο. Oχι γιατί είμαι ανάμεσα στις απόψεις που διατυπώνονται. Ούτε επιχειρώ να ισορροπήσω. Οχι. Είμαι σαφέστατα εναντίον κάθε πειθαρχικής δίωξης δημοσιογράφων για τον τρόπο με τον οποίο ασκούν το επάγγελμά τους. Δεν θεωρώ ότι είμαστε ή πρέπει να είμαστε στο απυρόβλητο οι δημοσιογράφοι. Οχι. Το αντίθετο. Κρινόμαστε και πρέπει να κρινόμαστε καθημερινά.
Πιστεύω όμως ότι πρέπει να είμαστε ελεύθεροι να κάνουμε τη δουλειά μας και από αυτήν να κρινόμαστε από αναγνώστες, ακροατές, τηλεθεατές, χρήστες του διαδικτύου.
Δεν πρόκειται να μπω στη συζήτηση για το αν μπορεί ή όχι να διατυπώνει την άποψή του κάθε δημοσιογράφος. Τη θεωρώ υποκριτική αν όχι… γελοία. Ούτε σε συζήτηση για το αν υπάρχουν θέματα παραποίησης γεγονότων, παραπληροφόρησης, σκόπιμης διαστρέβλωσης και απόκρυψης πληροφοριών και ειδήσεων από δημοσιογράφους στα μέσα ενημέρωσης θα μπω. Οποιος ισχυριστεί ότι δεν υπάρχουν δεν θα λέει την αλήθεια.
Αυτό βέβαια δεν συμβαίνει ξαφνικά τώρα τελευταία ούτε μόνο στη συγκεκριμένη περίπτωση με το δημοψήφισμα. Οπως και να ‘χει όμως, πιστεύει κανείς ότι διορθώνονται τέτοια ζητήματα με πειθαρχικές διώξεις; Και βέβαια όχι. Αν ήταν έτσι, χρόνια σοβαρά προβλήματα του δημοσιογραφικού κλάδου θα είχαν λυθεί εδώ και καιρό.
Νομίζω λοιπόν απλά ότι και πάλι ασχολούμαστε με την… επιφάνεια του ζητήματος. Κάθε πλευρά επιχειρεί να εκμεταλλευτεί την απόφαση κατά πώς τη βολεύει. Αν πρόκειται για φίμωση, σταλινικές πρακτικές ή αν ορθώς έπραξε το πειθαρχικό για να μην αλλοιώνονται οι ειδήσεις, να μην υπάρχει παραπλάνηση του κοινού και πάει λέγοντας και κλαίγοντας. Από τη μια νεοσταλινικοί κι από την άλλη νεοφιλελέ. Εύκολες ετικέτες παντός καιρού…
Και μόνο αυτό είναι αρκετό για να καταλάβει καθένας πόσο προβληματική -αν μη τι άλλο- είναι μια τέτοια απόφαση. Αλλά και πάλι πρόκειται για την… κρούστα και όχι για την ουσία του προβλήματος. Το θέμα δεν αφορά τις ποινές εναντίον συναδέλφων. Αν ενδιαφερόμασταν για την ουσία, θα έπρεπε να συζητάμε (χρόνια πριν αλλά έστω και τώρα) για τη λειτουργία του σωματείου μας.
Για το ξεπερασμένο καταστατικό του, την αλλαγή του οποίου υποτίθεται ότι επιδιώκουμε πάνω από δυόμισι δεκαετίες και ακόμα παραμένει το ίδιο.
Για τις ξεπερασμένες δομές της Ενωσης, τους πεπαλαιωμένους κανόνες δεοντολογίας – επίσης δύο φορές τα τελευταία χρόνια συστήθηκαν επιτροπές, αλλά στο διά ταύτα δεν έγινε το παραμικρό. Για την εξέλιξη του επαγγέλματος, τα νέα μέσα, τις ευρύτερες εξελίξεις στο μιντιακό τοπίο που έχουν αλλάξει πλήρως τη λειτουργία των δημοσιογράφων.
Κατά πώς φαίνεται όμως, η συζήτηση επ’ αυτών δεν βολεύει, δεν συμφέρει, δεν εξυπηρετεί τους σκοπούς όσων παίζουν χρόνια τώρα «παιχνίδια εξουσίας» στην πλάτη της πλειονότητας των δημοσιογράφων ακόμα και μέσα από το συνδικαλιστικό μας όργανο.
Ολους όσοι επιμένουν να εκπροσωπούν στο σωματείο τα κόμματά τους και όχι τους επαγγελματίες δημοσιογράφους. Φταίμε κι εμείς βεβαίως, καθώς μεγάλη μερίδα, απογοητευμένη από όσα συμβαίνουν τα τελευταία χρόνια, έχει απομακρυνθεί από την Ενωση αφήνοντας ανοικτό πεδίο σε λίγους, που με παλαιοσυνδικαλιστικές συμπεριφορές εκθέτουν ολόκληρο τον κλάδο.
Γι’ αυτό δυσκολεύομαι να καταγράψω την άποψή μου. Ας μην κρυβόμαστε. Δεοντολογικές παραβάσεις σημειώνονται καθημερινά. Οχι μόνο σε κανάλια και ραδιόφωνα, αλλά και σε εφημερίδες και πολύ περισσότερο στο διαδίκτυο. Εχουμε φτάσει στο σημείο δημοσιογράφοι διαφόρων μέσων να εμφανίζονται σε κανάλια ούτε λίγο-ούτε πολύ ως εκπρόσωποι κομμάτων.
Πληροφορίες χωρίς διασταύρωση, δήθεν ειδήσεις ανεβοκατεβαίνουν και αλληλοαντιγράφονται στο διαδίκτυο εν ριπή οφθαλμού. Κι όμως κανείς δεν… συγκινείται. Δεν κουνιέται φύλο.
Υπάρχει περιθώριο αλλαγής της κατάστασης; Σαφέστατα ναι. Το μεγαλύτερο κομμάτι των δημοσιογράφων προσπαθούν καθημερινά να κάνουν τη δουλειά τους έντιμα, χωρίς να αναμένουν… ανταλλάγματα και με αξιοπρέπεια. Δεν ταυτίζονται με κόμματα, τράπεζες, επιχειρηματίες, συμφέροντα. Μένει να δούμε αν ενδιαφέρονται, αν έχουν τη διάθεση αλλά και το κουράγιο να ανατρέψουν την υφιστάμενη κατάσταση στον κλάδο, ο οποίος μαστίζεται από ανεργία και μοιάζει πλέον περισσότερο με κινούμενη άμμο…
