Ωρες ώρες αισθάνομαι πολύ μικρή. Στα 4,6 δισεκατομμύρια χρόνια ζωής της Γης, ο άνθρωπος, σου λέει, εμφανίστηκε μόλις τα τελευταία. Αν, μάλιστα, μετατρέψουμε τα χρόνια σε ωρολογιακό χρόνο, σε αυτό το «ρολόι του κόσμου», η ανθρωπότητα θα κατείχε μόλις τα τελευταία δευτερόλεπτα πριν τις 12!
Ανήκουμε στα τελευταία εμφανιζόμενα είδη του ζωικού βασιλείου, τα νεότερα. Και ως νέο είδος, αναπτύξαμε μηχανισμούς που μας ξεχώρισαν από τα υπόλοιπα. Η γλώσσα είναι ο κυριότερος. Από τότε που τη διαμορφώσαμε, της δώσαμε και κατάλαβε.
Τη χρησιμοποιήσαμε για να εξελίξουμε τον εγκέφαλό μας σε τέτοιο βαθμό, που είμαστε ικανοί να εξουσιάσουμε κάθε άλλο είδος στον πλανήτη. Τόσο αναπτυχθήκαμε, σου λέει, που σε λιγότερο από 100 χρόνια, θα έχουμε καταστροφικά εξουσιάσει πάνω από το 50% των ειδών στον πλανήτη. Τουτέστιν, θα τα έχουμε ξεπαστρέψει ολοσχερώς. Και θα μείνουμε εμείς με τη γλώσσα μας, να γλείφει τα νεκρά κουφάρια τους. Στην κυριολεξία.
Γιατί τα τρώμε μεσημεριανό, τα πίνουμε βραδινό, τα καταπίνουμε χαπάκια. Φάλαινες, καρχαρίες, σαλάχια, δελφίνια, πουλιά, τίγρεις, ελέφαντες, ενίοτε και ανθρώπους. Εκεί πια, το γλείψιμο πάει σύννεφο.
Είναι πάλι κάτι ώρες, που αισθάνομαι πολύ μεγάλη. Γιατί μπορεί να είμαστε ικανοί σε κλάσματα δευτερολέπτου γεωφυσικού χρόνου να εκτελέσουμε εν ψυχρώ, έτσι για την πάρτη και το κέφι μας, ό,τι περπατάει, έρπει, κολυμπάει και πετάει, την ίδια στιγμή, όμως, είμαστε σε θέση να δώσουμε και τη ζωή μας για κάτι ανώτερο από μας: την αξία της ίδιας της ζωής.
Στα 1900, πάνω από μισό εκατομμύριο Ελληνες μετανάστευσαν στις ΗΠΑ. Εφυγαν από τον πανέμορφο τόπο τους, για να γίνουν ανθρακωρύχοι, οικοδόμοι, ξυλοκόποι, εργάτες σιδηροδρόμων. Να οικοδομήσουν, δηλαδή, το σύγχρονο θαύμα της Αμερικής – της γης των ευκαιριών και της ελευθερίας! Τότε οι μετανάστες θεωρούνταν αναλώσιμοι (κάθε σύγκριση με το παρόν είναι εντελώς τυχαία).
Ειδικά οι Ελληνες ήταν για τους Αμερικανούς το χειρότερο είδος μετανάστη. Δεν θεωρούνταν καν Ευρωπαίοι, για κάποιους δεν θεωρούνταν καν λευκοί. Στις εργατουπόλεις του Ροκφέλερ στη Γιούτα και τις κοντινές Πολιτείες των ΗΠΑ, οι Ελληνες εργάτες ζούσαν σε συνθήκες κάτω του αθλίου. Σ’ αυτά τα στρατόπεδα αιχμαλωσίας –γιατί περί αυτού πρόκειται– δούλευαν στα ορυχεία πριν από την αυγή και επέστρεφαν μετά τη δύση.
Ο Ελληνας μετανάστης δεν έχανε μόνο την πατρίδα και την αξιοπρέπειά του, έχανε και τον ήλιο του. Και καθώς είχε τη φήμη του βίαιου και απολίτιστου, είχε και τη χειρότερη μεταχείριση. Ως επιστάτες του αφεντικού Ροκφέλερ που είχε τα ορυχεία, επιλέγονταν κοινοί εγκληματίες και δολοφόνοι, που η εταιρεία τούς προσελάμβανε για να «διατηρούν την τάξη» και να «απομακρύνουν τους ταραξίες» (όπου «απομακρύνω» βάλε «δολοφονώ επί τόπου»).
Μέσα σε αυτές τις συνθήκες, ο Λούις ο Ελληνας, όπως τον ονόμαζαν (Λούις Τίκας το όνομά του) κατόρθωσε να δημιουργήσει συνδικάτα και να αναδειχθεί σε ηγετική μορφή, με ιδιαίτερες ικανότητες. Ηταν εξαιρετικά πράος και κέρδιζε τον σεβασμό.
Στο εξαιρετικό ντοκιμαντέρ του Λεωνίδα Βαρδαρού «Ludlow – Οι Ελληνες στους πολέμους του άνθρακα» ξετυλίγεται η ιστορία των πρώτων εργατικών κινημάτων στην Αμερική, όπου οι Ελληνες πρωτοστατούσαν (προβλήθηκε στο 18ο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης – μακάρι να πάρει διανομή και στην Αθήνα).
Ο Λούις Τίκας πυροβολήθηκε πισώπλατα από έναν επιστάτη. Ηταν ο Γρηγόρης Λαμπράκης της εποχής. Ιδια χαρακτηριστικά, ίδιο φρόνημα, ίδιο τέλος. Η μοίρα, όμως, διαθέτει πολλούς και διαφορετικούς εισπράκτορες οφειλών.
Και μπορεί ακόμη έως σήμερα, πάνω από έναν αιώνα μετά, να βιώνουμε παρόμοιες καταστάσεις, ωστόσο, εκεί, λίγα δευτερόλεπτα πριν το ρολόι του κόσμου χτυπήσει μεσάνυχτα, προφταίνουμε να κάνουμε λογαριασμό. Οι άνθρωποι αυτοί –και πόσοι άλλοι σαν αυτούς– μπορεί να μην κατάφεραν ν’ αλλάξουν τον κόσμο, κατάφεραν όμως να μην τους αλλάξει αυτός. Στο τσακ τούς προλαβαίνουμε.
