Ηταν ένα συνηθισμένο συνοικιακό καφενείο, δίπλα στα φανάρια μιας διασταύρωσης στην Τερψιθέα Γλυφάδας, σαν αυτά που συναντάς παντού, σε κάθε γειτονιά της Αθήνας.
Τζαμαρίες ολόγυρα, με συρόμενες πόρτες, για να μετατρέπεται σε ημιυπαίθριο χώρο το καλοκαίρι, λευκά κουρτινάκια μαζεμένα στο πλάι και στην οροφή ξύλινα δοκάρια βαμμένα φιστικί. Κάτω στο δάπεδο πλαστικές λωρίδες μιμούνταν το χρώμα του ξύλου. Ο χώρος γεμάτος τραπέζια, καρέκλες και στο βάθος το μικρό κουζινάκι. Απ’ έξω τα αυτοκίνητα πηγαινοέρχονταν όπως κάθε βράδυ, με τα φώτα τους αναμμένα.
Μικρά, ταπεινά, άγνωστα στέκια που τα Σαββατόβραδα μετασχηματίζονται ώρες ώρες σε τόπους μαγικούς, όταν πλημμυρίζουν με ανθρώπους. Απλοί, ηλικιωμένοι κυρίως άνθρωποι της βιοπάλης, άντρες και γυναίκες που ζουν στις γύρω περιοχές και μαζεύονται εκεί, στον δικό τους χώρο, για να φάνε κάτι και κυρίως να πιουν.
Κάθονται σε παρέες και συνήθως γνωρίζονται μεταξύ τους, αφού μεγάλωσαν μαζί στην ίδια γειτονιά, πριν αυτή γεμίσει ασφυκτικά με πολυκατοικίες, αποξενώνοντας τον ένα από τον άλλο. Τότε τα τραπέζια σπρώχνονται στην άκρη, σε μια γωνιά δυο-τρεις ερασιτέχνες μουσικοί παίζουν και τραγουδούν, ενώ στο μέσον ο άδειος χώρος μετατρέπεται σε…. πίστα για τον χορό.
Εκεί στον μικρό χώρο ξεδίνουν από τις σκοτούρες και ξεφαντώνουν, κάπου ανάμεσα σε χαρά και θλίψη. Που τα καθημερινά τους βάσανα τα ξορκίζουν μ’ ένα μπουζούκι και μια κιθάρα, τραγουδώντας, χορεύοντας, μεθώντας.
Κι αυτός ο χορός, όταν όλοι γυροφέρνουν πιασμένοι χέρι χέρι ή κατά μόνας, όταν ακούγονται οι νότες κάποιου ζεϊμπέκικου, τους κάνει να ξεχνάνε προσωρινά όλα εκείνα τα μεγάλα και μικρά που τους κατατρύχουν και κάνουν τη ζωή τους μαύρη. Αλλες πάλι φορές, στα διαλείμματα της μουσικής, πειράζουν ο ένας τον άλλο χαριτολογώντας, ενώ δεν είναι λίγες οι φορές που θυμούνται και διηγούνται φωναχτά κοινά περιστατικά της ζωής τους.
Είναι εκείνη η αίσθηση της συλλογικότητας που αργοσαλεύει, η συντροφιά που τους κάνει να ξεχνούν τη μοναξιά τους. Αισθάνονται ότι όλοι αντιμετωπίζουν τα ίδια πάνω κάτω προβλήματα, μοιράζονται τις ίδιες δυσκολίες και πως όλοι μαζί τελικά θα τις πολεμήσουν, παίρνοντας δύναμη ο ένας από τον άλλο. Και είναι σαν να παίρνουν μια βαθιά ανάσα για να συνεχίσουν και την επόμενη βδομάδα, τον επόμενο μήνα, τον επόμενο χρόνο, τον καθημερινό αγώνα της επιβίωσης.
Εκείνη την ώρα την αφιερώνουν αποκλειστικά σ’ αυτούς! Συντάξεις, φορολογίες, capital controls, αγώνας για το μεροκάματο και ανεργία έχουν μείνει έξω από την πόρτα του καφενείου. Σαν να υπάρχει εδώ ένα ιδιότυπο είδος «face control», πολύ διαφορετικό φυσικά απ’ αυτά που συναντάς στα ακριβά πολυσύχναστα μαγαζιά της πρωτεύουσας.
Γιατί τότε, το λαϊκό τραγούδι που όλοι μαζί σιγοψιθυρίζουνε, ταυτίζεται μαζί τους και περιγράφει τους ανεκπλήρωτους έρωτες, τα μεράκια, τις διαψεύσεις των ονείρων, τη ζωή που αλλιώς την περιμένανε κι αλλιώς τους βγήκε.
Που γεράσανε και δεν καταλάβανε πώς πέρασαν τα χρόνια. Πως η ίδια ζωή είναι μια αστραπή μέσα στον χωροχρόνο. Είναι τότε που το τραγούδι δεν ξέρεις αν μοιάζει με διασκέδαση ή μοιρολόι.
Κι εκείνες τις στιγμές, μιας υπόγειας κι αλλόκοτης μέθεξης, ο απλός συνηθισμένος χώρος του μικρού καφενείου μετατρέπεται σε κάτι άλλο απ’ αυτό που είναι.
Πνιγμένος στους καπνούς από τα τσιγάρα και την τσίκνα του μαγειρειού, γίνεται άξαφνα ο τόπος που κάθε πίκρα, κάθε δυσκολία εξαφανίζεται πρόσκαιρα, σαν να συμμετέχει κανείς σε μια μυστική τελετουργία που αφήνει πίσω το παρόν και υπόσχεται ένα διαφορετικό μέλλον, προσδοκώντας καλύτερες μέρες. Τι άλλο να σημαίνει το υψωμένο ποτήρι με το κρασί, όταν τσουγκρίζεται με τα άλλα της παρέας και ακούγεται το «στην υγειά μας»;
Τότε ο ίδιος ο χώρος αποκτά άλλο νόημα, ενώ τα υλικά, τα χρώματα, οι διαστάσεις, οι αναλογίες του, περνάνε σε δεύτερη μοίρα και δεν απασχολούν κανέναν.
Σαν η αυστηρή «αισθητική» να υποχωρεί διακριτικά μπροστά στη μεγαλοσύνη της ίδιας της ζωής που πλημμυρίζει τον χώρο, δίδοντάς του νόημα και περιεχόμενο πολύ πιο ουσιαστικό και βαθύ από ό,τι τα απλά γεωμετρικά και υλικά του χαρακτηριστικά. Ακριβώς τότε είναι που ο χώρος και η αρχιτεκτονική μυστηριωδώς ταυτίζονται, μέσω του ανθρώπινου βιώματος.
Ισως αυτό το παράδοξο φαινόμενο να μην μπορούν να κατανοήσουν οι «εταίροι» μας στην Ευρώπη. Πώς είναι δυνατόν να διασκεδάζουν, όταν την ίδια στιγμή βρίσκονται σ’ αυτή την τραγική οικονομική κατάσταση;
Γιατί γελάνε, ενώ αντιθέτως θα έπρεπε να θρηνούν; Ισως γι’ αυτό –ποιος ξέρει;– η γνωστή λαϊκή ρήση «Η φτώχεια θέλει καλοπέραση» γι’ αυτούς να μη σημαίνει τίποτα απ’ όσα σημαίνει για μας.
Γιατί πώς να εξηγήσεις ότι η τραγωδία και η κωμωδία γεννήθηκαν μαζί σε τούτο τον τόπο, σαν τις δύο όψεις του ίδιου νομίσματος; Και η σάτιρα, αλλά και η διακωμώδηση της φτώχειας –και κατ’ επέκταση της ίδιας της ζωής– που τόσο εύστοχα εκφράζει αυτοσαρκαζόμενος ο Καραγκιόζης, να μην είναι κατανοητό και πολύ περισσότερο «επιτρεπτό», στις σημερινές ασφυκτικές συνθήκες των μνημονίων!
Αυτό το λαϊκό δυσεξήγητο αίσθημα της χαρμολύπης των φτωχών στρωμάτων είναι φυσικό να μην το καταλαβαίνουν όλοι εκείνοι που δεν έζησαν και πέρασαν τις ίδιες δυσκολίες.
Βγαίνοντας από το μικρό καφενείο έριξα μια τελευταία ματιά μέσα στα θολά τζάμια. Στο βάθος οι ανθρώπινες φιγούρες τώρα έμοιαζαν με δυσδιάκριτες σκιές. Μου ήρθαν ασυναίσθητα στον νου τα λόγια του αρχαίου ποιητή:
Σκιάς όναρ άνθρωπος
Λες και, από τότε, τίποτε δεν άλλαξε μέσα στο πέρασμα του χρόνου. Ιδια κι απαράλλαχτα, μέσα στον αέναο κύκλο της ζωής και του θανάτου.
* Αρχιτέκτων-καθηγητής Σχολής Αρχιτεκτόνων ΕΜΠ
