Είναι αποδεκτό ότι σε εποχές κοινωνικών και ιστορικών κρίσεων, ακούγεται εντονότερα η κραυγή και η απαίτηση γιατί επιτέλους δεν μιλούν οι διανοούμενοι, οι πνευματικοί μας άνθρωποι. Όταν οι κοινωνικές συνθήκες δείχνουν να βρίσκονται σε απόλυτη ακινησία, με ανεργία, οικονομική ανέχεια και τη θλίψη πανταχού παρούσα, το ερώτημα φαντάζει περισσότερο επιτακτικό από ποτέ. Να αναλάβουν επιτέλους τις ευθύνες τους και να καθοδηγήσουν τους υπόλοιπους!
Η Ιστορία στη χώρα μας, εδώ και χιλιάδες χρόνια, κατέγραψε στις σελίδες της νόμους περί ευθύνης πολιτών, σε όσους μένουν απαθείς ενώπιον σοβαρών κρίσεων. Το ζητούμενο πάντοτε ήταν η ενεργοποίηση των πολιτών απέναντι στα σοβαρά προβλήματα της κοινωνίας, τις κρίσιμες ιδεολογικές έριδες, τις ανούσιες κάποιες φορές αντιπαραθέσεις που παίρνουν το ρυθμό καταιγίδας, παρασύροντας ότι υγιέστερο τείνει να διασωθεί από τη λαίλαπα.
Το βασικό όμως πρόβλημα εδώ, είναι ποιοι είναι τελικά οι διανοούμενοι; Παρά το πολύ μελάνι που τελευταία χύθηκε, η αντιπαράθεση καλά κρατεί αλλά οι περισσότεροι πιστεύουν ότι ανάμεσα σ’ αυτούς βρίσκονται όλοι εκείνοι που έχουν κάτι παραπάνω να πουν στα πλατιά λαϊκά στρώματα της κοινωνίας, μέσω των έντυπων και ηλεκτρονικών εφημερίδων, της τηλεοράσεως και των αποκαλούμενων μέσων κοινωνικής δικτύωσης.
Ο πρωταγωνιστής στο βιβλίο «Das Wirkliche Blau» της Άννα Ζέγκερς («Εκείνο ακριβώς το μπλε», στην ελληνική μετάφραση), είναι ένας άνθρωπος καθημερινός, αδύνατος, αλλά διαθέτει πλουσιοπάροχα αυτό που η συγγραφέας αποκαλεί «δύναμη των αδυνάτων». Την ικανότητα δηλαδή να αντιστέκεται στη δύστροπη κατάσταση που δρομολογεί αναπόφευκτα και ανεπιστρεπτί την προσωπική και οικογενειακή δυστυχία και φυσικά την ανθρώπινη αξιοπρέπεια. Είναι αυτή που τον κινητοποιεί ενστικτωδώς να αναζητήσει τρόπους εξόδου από τη ζοφερή πραγματικότητα και να συνεχίσει να εξασκεί την τέχνη του. Η βοήθεια εδώ μιας γριάς θείας του, κρίνεται σημαδιακή. Η αναζήτηση εκείνου που τόσο επίμονα ψάχνει ο Μπενίτο, ο Μεξικανός ήρωας της Άννα Ζέγκερς, θα τον οδηγήσει σε μια νέα εμπειρία του κόσμου και νέα γνώση και επιτηδειότητα στην αντιμετώπιση των εξωτερικών κινδύνων. Υπενθυμίζει ακόμα στους αναγνώστες, πως η ουτοπία πολλές φορές είναι πραγματοποιήσιμη, κι όχι συνηθισμένη χίμαιρα.
Η Άννα Ζέγκερς, ήταν συγγραφέας, Γερμανίδα, Εβραία, κομμουνίστρια, σύζυγος, μητέρα, αγωνίστρια, σκεπτόμενη, αλλά στις περισσότερες των περιπτώσεων εκστόμιζε ότι ήθελε μέσω των κειμένων της. Τόσα πράγματα, εν πολλοίς αντικρουόμενα, συνυπήρχαν σ’ αυτή τη γυναίκα! Πώς θα μπορούσε κάποιος να συνδυάσει όλες τις παραπάνω ιδιότητες χωρίς κάθε μια να μην ενοχλεί, αποκλείει ή ανατρέπει την άλλη; Μα φυσικά με τη βοήθεια της λογοτεχνίας!
Η ζωή, οι πολιτικές πεποιθήσεις, οι προκλήσεις με τις οποίες ήρθε απέναντι αρκετές φορές, οι προσωπικές, κοινωνικές και πολιτικές συγκρούσεις, η σύμπλευση που για κάποιους ονομαζόταν συνενοχή με συγκεκριμένα πολιτικά καθεστώτα, ο ιδιαίτερος τρόπος διαμαρτυρίας ενός εκάστου από τον περίγυρο, η νοσταλγία των ξεριζωμένων, των βίαια εκτοπισμένων, οι γεωγραφικοί διαμελισμοί και οι εκ νέου συνενώσεις, οι απογοητεύσεις, οι αμφιβολίες, η οδύνη, οι δύσκολοι και οδυνηροί δεσμοί, το γκρέμισμα των ονείρων γενεών και γενεών, όλα αυτά που διαδραματίστηκαν στον εικοστό αιώνα, τον προηγούμενο αλλοίμονο, βρίσκονται σε αφθονία μέσα στα κείμενα της Άννα Ζέγκερς.
Το ιστορικό πλαίσιο στο οποίο τοποθετείται η παραπάνω νουβέλα της, αναφέρεται στην εξορία που βίωσε στο Μεξικό. Μετά τον εμπρησμό του Ράιχσταγκ, η ίδια μεταναστεύει στη Γαλλία, αλλά αφότου η κυβέρνηση του Βισύ με τη συνθήκη ανακωχής στις 17 Ιουνίου του 1940, υποχρεώθηκε να παραδίδει στους Ναζί όσους Γερμανούς φυγάδες απαιτούσε, η Ζέγκερς έφτασε με ένα ταξίδι ιδιαίτερα δύσκολο στη Νέα Υόρκη όπου υπολόγιζε να μείνει. Λόγω όμως των αριστερών πολιτικών της πεποιθήσεων, αναγκάστηκε να συνεχίσει στο Βερακρούς του Μεξικού.
Όταν επέστρεψε στο Βερολίνο, αρχές του 1947, η κατάσταση ήταν σαφώς διαφορετική από εκείνη που άφησε. Η ανασυγκρότηση της Ανατολικής Γερμανίας κι η πολιτιστική αναγέννηση, απαιτούσαν τη συμμετοχή όσων ήταν σε θέση να προσφέρουν ιδέες και εμπειρίες του κόσμου, κι η Άννα Ζέγκερς δεν έμεινε αμέτοχη. Δεν ήταν πάντα σύμφωνη με τις επιλογές του κόμματος και αργότερα κατηγορήθηκε ότι έμεινε σιωπηλή στις δίκες πολλών διανοουμένων. Ήταν μια εποχή δύσκολη, για εκείνη αλλά και για την πατρίδα της. Επανάσταση του 1953 στο Βερολίνο, ουγγρική επανάσταση το 1956, κατασκευή του τείχους το 1961. Πολιτικές δίκες σε αφθονία.
Το 1967, που έγραψε και δημοσίευσε το «Das Wirkliche Blau», η κατάσταση ήταν και πάλι σκληρή για τους καλλιτέχνες και βεβαίως τους συγγραφείς. Η Άννα Ζέγκερς, όμως, με το βιβλίο της ξεπέρασε την ανεπάρκεια της επίσημης πολιτικής του καθεστώτος, διευρύνοντας τον ορίζοντα των αναγνωστών της. Έδειξε το Μεξικό, τη χώρα της δικής της εξορίας, ως τόπο όπου δεν υφίσταται ρήγμα ανάμεσα στη λαϊκή και διανοούμενη τέχνη, την αισθητική διάσταση της τέχνης, και την πορεία αυτής της χώρας από το στάδιο της παραδοσιακής τέχνης στη μοντέρνα βιομηχανική κοινωνία.
Εμπιστεύτηκε περισσότερο τους καθημερινούς ανθρώπους παρά τους άπληστους ιδιοκτήτες των ορυχείων, όσο απλοϊκά αγγελικό είναι για τους μεν και δαιμονικό για τους δε, και έθεσε κρίσιμα ερωτήματα για την καταστροφή της φύσεως ως τίμημα της βιομηχανικής ανάπτυξης. Κινητοποίησε σε πολλά θέματα αναγνώστες και συναδέλφους και βοήθησε στη μετάβαση σε μια καλύτερη νεοσύστατη σοσιαλιστική κοινωνία χωρίς πολλές συγκρούσεις στο εσωτερικό της. Ήρθε σε αντιπαράθεση με τον Γκέοργκ Λούκατς και τον σοσιαλιστικό ρεαλισμό του, κι έδωσε στη χώρα της καινούργια προοπτική με αποτέλεσμα μια καινούργια γενιά συγγραφέων να έρθει στο προσκήνιο τη δεκαετία του 1970.
Τα κείμενα της Ζέγκερς και σήμερα, δεν απευθύνονται στους ευνοημένους της ζωής, αλλά υπενθυμίζουν σε όσους κινδυνεύουν να εξαφανισθούν από την κοινωνική λαίλαπα, ότι διαθέτουν μέσα τους κάποιες ισχυρές δημιουργικές ικανότητες να ξεπεράσουν τις δυσκολίες και να βγουν από αυτές ισχυρότεροι. Και στο τέλος, σιγοψιθυρίζουν, πάντοτε «βρίσκει κανείς αυτό που του ανήκει»!
