Την περασμένη εβδομάδα ο Στέλιος Κούλογλου υλοποίησε μια σημαντική άσκηση δημιουργικής κριτικής προς την κυβέρνηση.
Δημοσιεύοντας στο tvxs κομμάτια ομιλίας του από δημόσια συζήτηση με τίτλο «Η Αριστερά στην κυβέρνηση; Ποιες προοπτικές για το 2016», ο ευρωβουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ αφηγήθηκε μια σκληρή ιστορία για έναν συγγενή του που έπρεπε επειγόντως να κάνει εγχείρηση για καρκίνο αλλά ήταν αδύνατο, επειδή, όπως έμαθε ο και δημοσιογράφος ευρωβουλευτής, διατρέχοντας τηλεφωνικά όλη την πολιτική ιεραρχία του υπουργείου Υγείας, καθυστερούσε ο ορισμός νέου διευθυντή του ΚΕΣΥ που έπρεπε να βάλει μια τυπική υπογραφή.
«Η κυβέρνηση δεν έχει τη δυνατότητα να ακυρώσει το μνημόνιο», σημείωνε ο Στ. Κούλογλου. «Θα μπορούσε όμως να καταργήσει σε 6 μήνες τις λίστες αναμονής στο ΙΚΑ, τις ουρές στις Εφορίες και όλα τα γραφειοκρατικά βασανιστήρια που ταλαιπωρούν τους Ελληνες πολίτες.
»Να επιβάλει αξιοκρατία και αντικειμενικά κριτήρια στις λίστες των εγχειρήσεων στα νοσοκομεία». Και λίγο παρακάτω συνέχιζε: «Η κυβέρνηση δεν θα πέσει από το ασφαλιστικό, που όλοι καταλαβαίνουν ότι κάποια δραστικά και οδυνηρά μέτρα χρειάζεται να ληφθούν. Ούτε ίσως από το προσφυγικό, που άλλοι μας φόρτωσαν.
» Θα πέσει επειδή, από απειρία, ανικανότητα ή απλώς εγκληματική αδιαφορία, δεν μπορούμε να λύσουμε τα απλούστερα προβλήματα του κόσμου, όπως την προεδρία των κάθε ΚΕΣΥ».
Καμία έκπληξη ότι το άρθρο του το παρέλαβε αμέσως εκείνο το (μεγάλο) κομμάτι του μιντιακού συστήματος που διεξάγει «ανένδοτο» στην «επάρατη διακυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ» και, αγνοώντας όλα όσα αφορούσαν τους καρκινοπαθείς, ισχυρίστηκε ότι ο ευρωβουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ προανήγγελλε την πτώση της κυβέρνησης.
Ας είναι: το αντιπολιτευόμενο μιντιακό σύστημα κάνει τη δουλειά του, όπως την αντιλαμβάνεται. Το θέμα είναι τι κάνει η κυβέρνηση.
Οταν ο ΣΥΡΙΖΑ ανέλαβε για πρώτη φορά την εξουσία, τον Ιανουάριο του 2015, η αντιπολίτευση διέχεε δεξιά κι αριστερά τη θεωρία της λεγόμενης «αριστερής παρένθεσης»: η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ θα έπεφτε σύντομα, είτε επειδή θα έσπαγε τα μούτρα της στην Ευρώπη είτε επειδή το κόμμα θα κατέληγε σε διάσπαση.
Αυτά έγιναν, αλλά με τις εκλογές του Σεπτεμβρίου ο ΣΥΡΙΖΑ πήρε ξανά τη διακυβέρνηση, ενώ οι Ευρωπαίοι έχουν πλέον συμφιλιωθεί με την ιδέα μιας ελληνικής κυβέρνησης με αριστερή καταγωγική προέλευση (εφόσον εφαρμόζει μνημόνια, έστω με παζάρια και εκπτώσεις). Παρά ταύτα, η ίδια η κυβέρνηση δείχνει ακόμη υπερβολικά εγκλωβισμένη στην «άμυνα».
Δεν παραβλέπω πως εκ των πραγμάτων διεξάγει τέσσερις «αμυντικούς πολέμους» σε ισάριθμα δύσκολα μέτωπα: έναν, στο εξωτερικό με τους δανειστές· δεύτερο, στο εσωτερικό με τη διαπλοκή· τρίτο, στο εσωτερικό σε επικοινωνιακό επίπεδο, αφού η πολιτική σε κοινωνίες mass media αναπόφευκτα διαμεσολαβείται από την επικοινωνία· τέταρτο και πιο δύσκολο από όλους, μέσα κι έξω, για το προσφυγικό, όπου τα νερά είναι αχαρτογράφητα και οι καταστάσεις πρωτόγνωρες. Ακόμη κι έτσι, όμως, η άμυνα δεν αρκεί. Χρειάζεται δημιουργική πολιτική.
Εχω κι εγώ οδυνηρή εμπειρία από γραφειοκρατικά βασανιστήρια σε βάρος ασθενών και αναπήρων στο άμεσο περιβάλλον μου τα προηγούμενα χρόνια, γι’ αυτό εκτίμησα βαθιά τη δημιουργική κριτική του Στ. Κούλογλου. Και δεν έχει καμιά σημασία αν τα δικά μου περιστατικά σημειώθηκαν επί Σαμαρά.
Η γραφειοκρατική νοσηρότητα και η ακαμψία της ελληνικής δημόσιας διοίκησης αποτελούν δομικό πρόβλημα που δεν αίρεται αυτομάτως επειδή ο ΣΥΡΙΖΑ ήρθε στην εξουσία. Το ελληνικό σύστημα δούλευε προβληματικά και προ Μνημονίου, με έλλειψη μέριμνας για τους πραγματικά αδύναμους και χωρίς σεβασμό για τον πολίτη.
Από το 2010 όμως και μετά, το προβληματικό αυτό σύστημα, καλούμενο να παράγει αποτελέσματα με όλο και μικρότερο αριθμό υπαλλήλων (λόγω των αθρόων συνταξιοδοτήσεων), με όλο και πιο πολύπλοκες διαδικασίες (στο όνομα του περιορισμού της ανομίας) και με διαρκείς μεταβολές (είτε λόγω των συχνών κυβερνητικών αλλαγών είτε λόγω της εξοικονόμησης δαπανών που επιτάσσει το Μνημόνιο), παράγει συχνά εκτρώματα…
Από πού θα μπορούσε να αρχίσει αυτή η δημιουργική πολιτική; Ενα μείζον πρόβλημα -που μπόρεσε να λύσει ατομικά μόνον ο ευρωβουλευτής και δημοσιογράφος για ένα και μοναδικό από τα πολλά σκληρά επεισόδια- είναι η απουσία διαύλων επικοινωνίας ανάμεσα στα πρόσωπα που ασκούν εξουσία -και που όντας καλά διαστρωματωμένα, δεν έχουν άμεση εμπειρία των πολλαπλών όψεων της Ελλάδας που αναστενάζει- και του κόσμου που δοκιμάζεται, εξαρτάται ή και διακυβεύεται η ζωή του από τα γραφειοκρατικά βασανιστήρια του ελληνικού κράτους.
Από τη δημιουργία λοιπόν μιας ομάδας, επιτροπής, πείτε την όπως θέλετε, με δύο σκοπούς: Πρώτον, την υποδοχή των τηλεφωνικών ή γραπτών αναφορών των πολιτών σχετικά με το τι και για ποια υπόθεση (με προτεραιότητα τα θέματα υγείας και αναπηρίας, αλλά και ευρύτερα τις σχέσεις με τη δημόσια διοίκηση), αντί να παραμένουν ως μόνη διέξοδος οι εκκλήσεις στα media ή, εναλλακτικά, το βράσιμο στο ζουμί μας έως θανάτου.
Δεύτερον, την άμεση κυβερνητική δράση με πολιτική βούληση για κατάργηση των γραφειοκρατικών βασανιστηρίων (κι εδώ είναι που αυτή η ομάδα θα διαφοροποιείται από τον Συνήγορο του Πολίτη).
Η ομάδα αυτή θα πρέπει να μπορεί, δηλαδή, στη συνέχεια, από κοινού με τα αρμόδια υπουργεία, να κινητοποιεί διοικήσεις, να επιλύει προβλήματα, να επιταχύνει διαδικασίες, να προτείνει και να υιοθετούν (γιατί όχι;) νομοθετικές αλλαγές.
Ισως η πρότασή μου ακούγεται φιλόδοξη. Ενδεχομένως. Αλλά αυτό θα πει δημιουργική πολιτική προς όφελος των πολιτών και μάλιστα των αδυνάμων. Αυτό δεν θέλαμε πάντα;
