Θωμάς Ψήμμας*
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Τα Panama Papers αποκαλύπτουν, στον ύψιστο βαθμό, το αχαλίνωτο πάθος για κέρδος, με κάθε θεμιτό κι αθέμιτο μέσο, που κινητοποιεί τη δράση του homo economicus την εποχή της νεοφιλελεύθερης ηγεμονίας. Εξάλλου, κατά μία άκρως θετικιστική ανάγνωση της έννομης τάξης, προσφιλή σε κύκλους της εγχώριας και διεθνούς διαπλοκής, ό,τι είναι νόμιμο τεκμαίρεται αμάχητα και ηθικό.

Η επιτεινόμενη ιδιωτικοποίηση της δημόσιας σφαίρας συνεπάγεται αναπόφευκτα συρρίκνωση δικαιωμάτων (πλην των ιδιοκτησιακών για ολίγους κι εκλεκτούς), υποβάθμιση της δημοκρατικής διαβούλευσης κι αποκτήνωση της ανθρώπινης φύσης.

Ασφαλώς, η σύγκρουση με τις offshore εταιρίες, το μεγαλο-παρασιτισμό και τις χώρες-φορολογικούς παραδείσους έχει πρωταρχική σημασία, θα είναι μία μικρή αλλά αναγκαία νίκη για τα κοινωνικά κινήματα απανταχού στην οικουμένη. Θα κρίνει όχι μόνο την ποιότητα, αλλά και την ίδια την ύπαρξη της αστικής δημοκρατίας στον 21ο αιώνα.

Θα κρίνει, με άλλα λόγια, αν θα κερδίσει ο ρυθμιζόμενος καπιταλισμός του Keynes ή ο αδηφάγος καζινο-καπιταλισμός της Goldman Sachs. Το θεωρητικό έργο του Keynes και η (μερική) εφαρμογή της θεωρίας του μέσω του new deal μας δίνουν μια αποστομωτική απάντηση (με όρους αστικής δημοκρατίας) γιατί πρέπει η ελεύθερη αγορά (για λόγους επιβίωσης) να ρυθμίζεται μέσω κρατικής παρέμβασης.

Απλούστατα, για να εξασφαλίζει το καπιταλιστικό οικοδόμημα την αναγκαία αμοιβαία συναίνεση, την ταξική ειρήνευση μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας (ελεύθερη αγορά και πλήρης απασχόληση αντίστοιχα).

Τίθεται αμείλικτα το ερώτημα αν το κεϋνσιανό μοντέλο μπορεί να εφαρμοστεί σήμερα, εντελώς έξω από το χωροχρονικό πλαίσιο που αναδείχθηκε χαρίζοντας στον καπιταλισμό 40 χρόνια αδιατάρακτου βίου.

Μπορεί να λειτουργήσει εκτός του (υπερ)προστατευτικού έθνους-κράτους σε συνθήκες διεθνοποίησης των κεφαλαίων και απορρύθμισης της αγοράς εργασίας; Υπάρχει το κίνητρο (αυτό)μεταρρύθμισης του καπιταλισμού, μετά την κατάρρευση του αντίπαλου δέους (υπαρκτός σοσιαλισμός);

Όπως αναφέρθηκε και παραπάνω, το κεϋνσιανό μοντέλο εφαρμόστηκε μερικά κι αποσπασματικά. Η πιο ιδιοφυής σύλληψη του Keynes για την αυτοπροστασία του καπιταλισμού από τις εγγενείς του αντιφάσεις – διαρκείς ροπές προς συστημικές κρίσεις ήταν ο μηχανισμός ανακύκλωσης πλεονασμάτων.

Τα πλεονασματικά κράτη (τα οποία είναι πλεονασματικά εκμεταλλευόμενα τα ελλείμματα κάποιων άλλων κρατών) θα υποχρεώνονταν να μεταφέρουν πόρους για παραγωγικές επενδύσεις προς τα ελλειμματικά.

Τα πλεονάσματα και τα ελλείμματα δεν είναι αποκλειστικά ζήτημα χρηστής ή σπάταλης δημοσιονομικής διαχείρισης, αλλά συνδέονται αναπόσπαστα με τη φύση του καπιταλισμού (ανακύκλωση χρήματος μέσω του δανεισμού) και με τη θέση ενός κράτους στο διεθνή καταμερισμό παραγωγής και ανταλλαγής αγαθών και υπηρεσιών.

Είναι πολύ διαφορετικές οι δυνατότητες και οι ευκαιρίες για ένα κράτος με έμφαση σε γεωργία-κτηνοτροφία, για ένα κράτος που συγκλονίστηκε από τη Βιομηχανική Επανάσταση και για ένα κράτος με διογκωμένο τριτογενή τομέα (υπηρεσίες, τουρισμός, έρευνα, καινοτομία).

Η ανακύκλωση πλεονασμάτων μπορεί συνεπώς να γίνει και σε υπερεθνικό επίπεδο, απλώς έλειψε διαχρονικά η πολιτική βούληση των ισχυρών κρατών, προκειμένου να μη χάσουν μέρος της επιρροής ζωής και θανάτου επί των πιο αδύναμων.

Για να φέρει μια τέτοια καινοτομία αποτελέσματα όχι μονάχα στην οικονομική, αλλά και στην κοινωνικοπολιτική σφαίρα, απαιτείται οικοδόμηση κοινής πολιτικής ταυτότητας (π.χ. ευρωπαϊκός δήμος), κοινή κυριαρχία (π.χ. ομοσπονδοποίηση της διακυβερνητικής Ε.Ε.) και υπερεθνικοί μηχανισμοί λογοδοσίας (π.χ. θεραπεία του εγγενούς δημοκρατικού ελλείμματος της Ένωσης).

Όσον αφορά το μείζον θέμα της έλλειψης κινήτρου για επαναφορά του κεϋνσιανού μοντέλου, νομίζω ότι εκεί αναδεικνύεται η περατότητα της σκέψης του Keynes και κάθε άλλου σπουδαίου διανοητή, ο οποίος κινείται εντός του καπιταλιστικού-αστικοδημοκρατικού πλαισίου αναφοράς και δράσης.

Η αξιοποίηση των Panama Papers και η εξάρθρωση της διαπλοκής (όσο απαραίτητη κι αν είναι) δεν απαντά από μόνη της επαρκώς στο πολύ πιο πιεστικό και δομικό ερώτημα για τον καπιταλισμό ως κοινωνικοοικονομικό μοντέλο.

Γιατί υπάρχει αυτή η προκλητική ανισότητα μεταξύ των ιδιοκτητών χρηματοπιστωτικών προϊόντων (ούτε καν μέσων παραγωγής) και των σύγχρονων προλετάριων του 21ου αιώνα (επισφαλώς εργαζόμενων ή μακροχρόνια ανέργων); Γιατί 62 κροίσοι έχουν περισσότερο πλούτο από τα 3,6 δισεκατομμύρια των φτωχότερων ανθρώπων της οικουμένης;

Με άλλα λόγια, ακόμα κι αν υπήρχε μηδενική φοροαποφυγή κι όλος αυτός ο πακτωλός μαύρου χρήματος είχε φορολογηθεί κανονικά, είμαστε υποχρεωμένοι να απαντήσουμε γιατί υφίσταται τόσο μεγάλη ανισότητα υλικών πόρων και ευκαιριών, ακόμα και σε μητροπολιτικά κέντρα του αναπτυγμένου καπιταλισμοί, πολλώ δε μάλλον στις αναπτυσσόμενες χώρες και τον Τρίτο Κόσμο.

Οι νεοφιλελεύθεροι οικονομολόγοι θεωρούν αυτή την τρομακτική ανισοκατανομή πόρων αναγκαία θυσία για την απρόσκοπτη λειτουργία της ελεύθερης αγοράς. Θεωρούν ότι μέσω του trickle down effect (διάχυση προς τα κάτω), μεσο-, μακρο- πρόθεσμα η ευημερία θα διαχυθεί στη βάση της κοινωνικής πυραμίδας.

Η κεϋνσιανή σχολή σκέψης αποδίδει αυτό το νοσηρό φαινόμενο σε εγγενή αδυναμία της ελεύθερης αγοράς να αυτορρυθμιστεί και σε έλλειψη κρατικής παρέμβασης για διόρθωση των κακώς κειμένων της ελεύθερης αγοράς.

Αυτό το γιατί, όμως, δεν εξηγείται επαρκώς από την απουσία κρατικής παρέμβασης, όπως θα ισχυριζόταν ο Keynes ή θεωρεί ο Piketty στο (εξαιρετικό περιγραφικά, αδύναμο οραματικά) βιβλίο του «Το κεφάλαιο στον 21ο αιώνα».

Οι εξισωτικά φιλελεύθεροι διανοητές (Rawls, Dworkin, Sen) εξαρτούν το μέλλον της αστικής κοινωνίας/ελεύθερης αγοράς από την ισότητα ευκαιριών στα πολιτικά υποκείμενα/υποψήφιους καταναλωτές. Πρόκειται, χωρίς αμφιβολία, για διανοητική πρόοδο σε σχέση με την κλασική αντίληψη περί κρατικού παρεμβατισμού της κεϋνσιανής αφήγησης.

Η κρατική παρέμβαση δεν είναι μία μαγική συνταγή που διασφαλίζει τη χρυσή τομή μεταξύ οικονομικής αποτελεσματικότητας και κοινωνικής δικαιοσύνης. Συνιστά, πάνω απ’ όλα, μέσο για την ισότιμη συμμετοχή όλων στην κοινωνική, πολιτική και οικονομική ζωή. Ποια είναι, όμως, τα συστατικά στοιχεία της κοινωνικής, πολιτικής και οικονομικής ζωής, ακόμα κι αν διασφαλίσουμε ότι όλοι θα έχουν μια αξιοπρεπή πρόσβαση σε αυτή;;; Ποια είναι η σχέση μεταξύ ελευθερίας και ισότητας στην αστική κοινωνία;;;

Στο να εξηγήσει αυτό το θεμελιώδες γιατί της νεωτερικής κοινωνίας (τη διαλεκτική σχέση μεταξύ ελευθερίας και ισότητας), ο Marx σχεδόν δυο αιώνες μετά παραμένει αξεπέραστος. Οι δραστηριότητες μέσω offshore εταιριών δεν συνιστούν την αιτία που αδυνατεί να λειτουργήσει οικονομικά αποτελεσματικά και κοινωνικά δίκαια η ελεύθερη αγορά.

Αντίθετα, οι φορολογικοί παράδεισοι είναι η λογικά πιο ακραία και κοινωνικά πιο προκλητική συνέπεια της καπιταλιστικής υπερσυσσώρευσης, της άνευ όρων ηγεμονίας του κεφαλαίου σε επίπεδο υποδομής (σχέσεις παραγωγής και ανταλλαγής) και εποικοδομήματος (παιδεία, θεσμοί, ιδεολογικοί μηχανισμοί του κράτους).

Με όρους ηγεμονίας του χρηματοπιστωτικού σκέλους έναντι της παραγωγής, των αγορών έναντι της δημοκρατίας, του homo economicus έναντι του homo politicus, θα μπορούσε να ερμηνευθεί η τεράστια μισθολογική ανισότητα μεταξύ ενός υπαλλήλου σε εταιρία που εμπορεύεται χρηματοπιστωτικά προϊόντα και ενός εργαζομένου σε σούπερ μάρκετ.

Οι ανισότητες (ως προς τα αποτελέσματα) δεν είναι, λοιπόν, αποτέλεσμα ελεύθερης, έστω και διαμορφωμένης μέσω των διαφημίσεων, βούλησης του καταναλωτή και στρεβλώσεων στην οικονομία μέσω της κρατικής παρέμβασης (νεοφιλελεύθερη αντίληψη). Αλλά ούτε και απόρροια της αδυναμίας του κράτους να παρέμβει αποτελεσματικά στη σφαίρα παραγωγής κι ανταλλαγής (σοσιαλδημοκρατική αντίληψη).

Είναι πάνω απ’ όλα έκφραση της (από τα κάτω) έλλειψης ισότητας ευκαιριών, η οποία αναπόδραστα μεταφέρει τη συζήτηση στο θεσμό της ιδιοκτησίας των μέσων παραγωγής.

Η ενδιάμεση κατάσταση (μεγάλη ιδιοκτησία λίγων , λίγη ή καθόλου ιδιοκτησία πολλών), ως αποτέλεσμα του αυτορρυθμιζόμενου καπιταλισμού, χρήζει άμεσης αντιμετώπισης. Φέρνει στο προσκήνιο της ιστορίας τόσο τη μαρξιστική λύση (κατάργηση της ατομικής ιδιοκτησίας, κοινοκτημοσύνη των μέσων παραγωγής), όσο και πρώιμες ανησυχίες του πολιτικού φιλελευθερισμού (Locke, Kant) περί βιοτικής αυτοτέλειας ως καταστατικού όρου για την κτήση ενεργού πολιτικής ιδιότητας.

Είτε πάντως ταχθούμε υπέρ της κοινοκτημοσύνης, θεωρώντας την ατομική ιδιοκτησία διαφθορέα της «αγαθής» φύσης του ανθρώπου (Rousseau), είτε εμπιστευθούμε το «αόρατο χέρι της αγοράς» (Adam Smith), κοινός παρονομαστής είναι η παιδεία. Η εκπαιδευτική διαδικασία γίνεται αντιληπτή ως δύναμη χειραφέτησης του κοινωνικού υποκειμένου (Rousseau) και ως δύναμη αυτοβελτίωσης του ατόμου (Smith).

Γι’ αυτό το λόγο, τόσο ο ουτοπικός σοσιαλιστής Rousseau όσο και ο πατριάρχης της ελεύθερης αγοράς Smith θεωρούν την παροχή δημόσιας και δωρεάν παιδείας αναγκαίο μέσο για την επιτυχή εφαρμογή των θεωριών τους.

Ψιλά γράμματα βέβαια για όσους δήθεν σοκάρονται από τα Panama Papers, δίνουν στις αποκαλύψεις τόνο επικαιρότητας, τις ξεχνάνε μετά από 15 λεπτά δημοσιότητας κι αφιερώνουν αδιάκοπα τον επιχειρηματολογικό τους οίστρο στην αναγκαιότητα ίδρυσης ιδιωτικών πανεπιστημίων στην «υπανάπτυκτη» (λόγω της έλλειψης επιχειρηματικής πρωτοβουλίας) Ελλάδα.

* Δικηγόρος, ΜΔΕ Ιστορίας, Φιλοσοφίας & Κοινωνιολογίας του Δικαίου (ΑΠΘ)