Ακριβότερες τιμές και μεγαλύτερη φοροδιαφυγή θα είναι, σύμφωνα με επιχειρηματίες, το αποτέλεσμα της νέας αύξησης στον ΦΠΑ από το 23% στο 24% για βασικά αγαθά διατροφής, προϊόντα και υπηρεσίες.
Η αύξηση αυτή, παρότι δεν είναι η μεγαλύτερη, θα είναι η 6η κατά σειρά από το 2010, συμπεριλαμβανομένων των μετατάξεων προϊόντων από τον χαμηλό στον υψηλό συντελεστή, και αναμένεται ότι θα έχει αισθητή επίπτωση στις τσέπες των καταναλωτών αλλά και στα φορολογικά έσοδα, εφόσον από τη μια οι επιχειρήσεις δεν βάλουν «πλάτη» να απορροφήσουν το μεγαλύτερο μέρος των εκτιμώμενων ανατιμήσεων και από την άλλη δεν κόβουν αποδείξεις.
Από τις πρώτες αντιδράσεις των εκπροσώπων των εμπορικών επιχειρήσεων δεν προκύπτει πάντως ότι υπάρχει γενικευμένη πρόθεση συγκράτησης των τιμών.
Ο πρόεδρος του ΕΒΕΑ Κων/νος Μίχαλος αξιοποίησε την αφορμή που δίνουν η αύξηση του συντελεστή ΦΠΑ κατά 4,3%, για να υποστηρίξει πως η φορολογική πολιτική της κυβέρνησης θα αποβεί καταστροφική για την οικονομία και θα δώσει τη χαριστική βολή στην αγορά, προβλέποντας ότι οι αυξήσεις τιμών δεν θα αποφευχθούν ούτε σε είδη καθημερινών αναγκών, παρά την περαιτέρω υποχώρηση της αγοραστικής κίνησης.
Ο ίδιος εκτίμησε παράλληλα ότι οι νέες αυξήσεις φόρων καλλιεργούν έδαφος για αύξηση της φοροδιαφυγής και της φοροαποφυγής.
Στο ίδιο μήκος κύματος σε ό,τι αφορά τις επιπτώσεις της φορολόγησης, αλλά με την επισήμανση πως προέχει το κλείσιμο της αξιολόγησης ως «αναγκαίο κακό», ο πρόεδρος της ΕΣΕΕ Βασίλης Κορκίδης χαρακτήρισε «φορολογική παράκρουση» τα μέτρα, δίνοντας έμφαση, όμως, στην ταχύτερη δυνατή ολοκλήρωση των διαπραγματεύσεων ώστε να αποφευχθούν ακόμη πιο επώδυνες αποφάσεις.
Ο ίδιος υπογραμμίζει ότι η ετήσια «τρύπα» των δημόσιων εσόδων από μη είσπραξη ΦΠΑ ξεπερνά τα 6,5 δισ. ευρώ και στόχος πρέπει να είναι η συλλογή των εσόδων και όχι η περαιτέρω αύξησή τους.
Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του Ινστιτούτου Ερευνας Λιανεμπορίου Καταναλωτικών Αγαθών, από τις νέες αυξήσεις στον ΦΠΑ κάθε νοικοκυριό θα επιβαρυνθεί μόνο για τις αγορές του από το σούπερ μάρκετ κατά 25 ευρώ τον χρόνο ή συνολικά με πάνω από 103 εκατ. ευρώ σε ετήσια βάση.
Στο ποσό αυτό των επιβαρύνσεων δεν υπολογίζονται οι επιπλέον δαπάνες για καύσιμα, ρούχα, τηλεπικοινωνίες, εστίαση και άλλες σημαντικές ή λιγότερο σημαντικές καταναλωτικές δαπάνες που ανεβάζουν τον τελικό λογαριασμό σε 400-500 εκατ. ευρώ και, για να μην περάσουν εξ ολοκλήρου στον τελικό καταναλωτή, θα απαιτήσουν ακόμη μια φορά την «ευαισθητοποίηση» των παραγωγικών και εμπορικών επιχειρήσεων.
