Ψυχραιμία συστήνει προς όλες τις κατευθύνσεις το κυβερνητικό επιτελείο, καθώς βρίσκεται σε εξέλιξη η πιο κρίσιμη φάση των διαπραγματεύσεων, ενώ επιχειρεί να παράσχει διαβεβαιώσεις ότι μέχρι τώρα η χώρα αποκομίζει κέρδη στο φορολογικό και το ασφαλιστικό.
Αυτό βέβαια δεν σημαίνει απαραίτητα ότι στο κοινό κείμενο που επιχειρούν να συγγράψουν οι εκπρόσωποι των θεσμών οι εξελίξεις θα είναι ευνοϊκές για τα επικείμενα μέτρα.
Ο ίδιος ο πρωθυπουργός ωστόσο έχει ξεκαθαρίσει στα στελέχη του οικονομικού επιτελείου ότι απαιτήσεις για μεγαλύτερη δημοσιονομική προσαρμογή δεν πρόκειται να γίνουν αποδεκτές. Γι’ αυτό και δεν αποκλείεται να υπάρξει πιο ενεργή παρέμβασή του αν διαπιστωθεί πως ο σημαντικός χρόνος εξαντλείται και ότι η διαπραγμάτευση πλησιάζει σε «τοίχο».
Κυβερνητικές πηγές διαβεβαιώνουν ότι οι διαπραγματεύσεις θα ολοκληρωθούν σύντομα, καθώς «όλες οι πλευρές πλέον θέλουν να υπάρξει συμφωνία μέχρι το Πάσχα», ενώ οι εκπρόσωποι των δανειστών έχουν θέσει μεταξύ τους στόχο να συγγράψουν ένα κοινό κείμενο μέχρι την προσεχή Τρίτη.
Πάντως, διαφοροποιήσεις του ΔΝΤ, που ως συνήθως διατηρούνται μέχρι την τελευταία στιγμή, δεν φαίνεται να ανησυχούν το κυβερνητικό επιτελείο. Ισχυρίζονται δε ότι «τα προβλεπόμενα μέτρα δεν είναι απαραίτητο να υλοποιηθούν όλα. Αν η ελληνική οικονομία πάει καλύτερα, δεν θα χρειαστεί ούτε να νομοθετηθούν. Και αυτό δεν είναι απίθανο να συμβεί βάσει των καταγεγραμμένων μεγεθών της ελληνικής οικονομίας».
Κορυφαία στελέχη του Μαξίμου σημειώνουν μάλιστα ότι «πρόσθετα μέτρα δεν υπάρχουν», ενώ ήταν εξαρχής γνωστό ότι «η συμφωνία του Ιουλίου φέρνει μέτρα ύψους 3% του ΑΕΠ (5,4 δισ. ευρώ) μέχρι το τέλος του 2018». «Διαψεύδονται όσοι καταστροφολογούσαν» προσθέτουν επί τη ευκαιρία, φέροντας ως επιχείρημα ότι «από το 2010 οι προηγούμενες κυβερνήσεις των “success stories” έλαβαν μέτρα ύψους πάνω από 62 δισ. ευρώ.
Και τώρα που έρχονται μέτρα 5,4 δισ. σε βάθος τριετίας ψευδολογούν». «Κανείς δεν μπορεί να πανηγυρίζει όταν επιβάλλονται νέα μέτρα σε μια κοινωνία ταλαιπωρημένη» προσθέτουν βέβαια τα ίδια στελέχη.
Ποια είναι όμως τα «κέρδη» για τα οποία μιλά το Μαξίμου; Αναφορικά με το φορολογικό, οι συνεργάτες του πρωθυπουργού σημειώνουν ότι με τα μέτρα που μέχρι στιγμής έχουν οριστικοποιηθεί «το 99,8% των μισθωτών και συνταξιούχων θα έχει μείωση φόρου ή πολύ μικρή επιβάρυνση».
Συγκεκριμένα, αναφέρουν ότι στην κλίμακα από 10.000 έως 22.000 ευρώ τον χρόνο η επιβάρυνση θα ανέρχεται κατά μέσο όρο σε 80 ευρώ τον χρόνο, ενώ στα μεσαία εισοδήματα (28.000 μέχρι 43.000 ευρώ) θα παρατηρείται ελάφρυνση που μπορεί να φτάσει μέχρι και τα 400 ευρώ.
Τι πληρώνουν στην Εφορία
Οσον αφορά τα υπόλοιπα μεγάλα εισοδήματα, τα κορυφαία κυβερνητικά κλιμάκια μιλούν για επιβάρυνση έως και 5% του εισοδήματός τους.
Σχετικά με όσους έχουν εισοδήματα αποκλειστικά από επιχειρηματική δραστηριότητα (έως 32.000 ευρώ – περίπου το 92% αυτών), ο φόρος που τους αναλογεί αναμένεται να είναι μικρότερος μέχρι και 700 ευρώ, ενώ το 71% των φορολογουμένων με εισόδημα από επιχειρήσεις και μισθούς θα πληρώσει επίσης λιγότερο φόρο.
Στο πεδίο του ασφαλιστικού, κυβερνητικές πηγές αναφέρουν ότι «δεν θα υπάρξει καμιά μείωση των κύριων συντάξεων, ενώ έχει συμφωνηθεί και το ύψος της εθνικής σύνταξης στα 384 ευρώ στα 20 χρόνια ασφάλισης και στα 346 ευρώ με 15 χρόνια – θα βαίνει αυξανόμενη, δηλαδή, κατά 2% τα τελευταία πέντε χρόνια».
Οι δύο πλευρές φέρονται να είναι κοντά σε συμφωνία για τα ποσοστά αναπλήρωσης των συντάξεων, με το ΔΝΤ να επιμένει να ζητά γενναίες μειώσεις στις επικουρικές συντάξεις.
«Πολύ καλό για να είναι αληθινό» θα μπορούσε να σχολιάσει κανείς για τα παραπάνω. Και αυτό γιατί αφενός απομένουν σημαντικές λεπτομέρειες να διευθετηθούν, οι οποίες πιθανότατα να τύχουν μιας συνολικής πολιτικής απόφασης.
Η κυβέρνηση στρέφει τα βέλη της -ήπια μεν, σαφώς δε- προς το ΔΝΤ, υπενθυμίζοντας τα όσα εσφαλμένα προέβλεπε όλα αυτά τα χρόνια για τις προοπτικές ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας και το πρωτογενές πλεόνασμα.
«Είναι φανερό ότι το ΔΝΤ την περίοδο 2010-2014 έκανε ευνοϊκότερες εκτιμήσεις, ακριβώς επειδή ήθελε να δικαιολογήσει τη βιωσιμότητα του προγράμματος στο οποίο συμμετείχε. Από το 2015 κάνει διαρκώς δυσμενέστερες προβλέψεις, προφανώς για να δικαιολογήσει την απουσία του» επισημαίνουν με νόημα κορυφαίοι κυβερνητικοί παράγοντες.
