Περίμενα. Να πεις πως δεν περίμενα. Στωικά, στη σειρά μου, με το χαρτάκι μου στο χέρι. Πάνω του είχε έναν αριθμό. Ακόμη μια φορά, ήμουν αριθμός. Μέχρι την ώρα που ήρθε η σειρά μου. «Πώς λέγεστε;» με ρωτάει η υπάλληλος. «74» της απαντώ. «Το όνομά σας παρακαλώ». Την κοιτάζω παραξενεμένη.
Την άκουγα τόση ώρα που, αντί να κάνει τη δουλειά της, συνομιλούσε με τις άλλες υπαλλήλους των ΕΛΤΑ, για τη δίαιτα που της πρότεινε ο γιατρός και πόσο την έχει βοηθήσει και πόσο κακό τής κάνει η Coca-Cola και τι της είπε η Καίτη που και η ίδια είχε αδυνατίσει, κόβοντας τα αναψυκτικά και πως τα παιδιά της ξαδέρφης της έχουν εθιστεί και τι να κάνει δεν ξέρει.
Την άκουγα προσεκτικά να τα λέει όλα αυτά (δεν μπορούσα να κάνω κι αλλιώς, καθώς η φωνή της ήταν στεντόρεια). Οταν, λοιπόν, με ρώτησε το όνομά μου, φαντάστηκα, πως αφού με έκανε –ήθελα, δεν ήθελα– μέτοχο στα προσωπικά της, ίσως να ήθελε να γνωριστούμε καλύτερα. «Νόρα», της απαντώ.
Και ξαφνικά, ξυπνάει το τέρας της Coca-Cola μέσα της και με βλοσυρό ύφος με κατακεραυνώνει: «Ακούστε, κυρία μου. Στο κανονικό σας όνομα να λέτε να σας στέλνουν δέματα». «Μα, σας έχω φέρει ταυτότητα». «Μην εκνευρίζεστε. Θα πρέπει να αναγράφουν το βαφτιστικό σας»… Εκεί πια, με έχασε.
Κι εγώ έχασα, με τη σειρά μου, την ψυχραιμία μου. «Δικαίωμα να υποδεικνύετε στον άλλο τρόπους συμπεριφοράς έχετε μόνο στην περίπτωση που σας προσβάλλουν. Κανένα δικαίωμα δεν έχετε πάνω στα συναισθήματα του άλλου. Το αν εκνευριστεί, είναι δικός του λογαριασμός», της λέω. «Το ξέρετε πως, αν θέλω, δεν σας δίνω το δέμα;»…
Η εξουσία είναι ένας περίτεχνος μηχανισμός. Ο μέγας (και φυσικά κυνικός) φιλόσοφος Διογένης έλεγε πως η στάση απέναντι στην εξουσία πρέπει να είναι ίδια με τη στάση απέναντι στη φωτιά:
να μη στέκεσαι ούτε πολύ κοντά, για να μην καείς, ούτε πολύ μακριά για να μην ξεπαγιάσεις
Το έκανα. Στεκόμουν σε απόσταση ενός μέτρου. «Εχετε εξουσία πάνω στους ανθρώπους, μέχρι τη στιγμή που θα τους πάρετε τα πάντα» έγραφε ο νομπελίστας Ρώσος συγγραφέας, Αλεξάντρ Σολζενίτσιν. Πράγματι, αν «ήθελε», όπως μου είπε, μπορούσε να μη μου δώσει ποτέ το δέμα.
Τι πράγμα κι αυτό, σε στιγμές που θα ‘πρεπε κανονικά να φωνάξω, να διαμαρτυρηθώ, να ρίξω το επίπεδό μου στα κατακάθια της γλώσσας μου, εμένα να μου ‘ρχονται στο μυαλό αποφθέγματα, λες και ένας σαρωτής τα περνάει από το κεφάλι μου. «Συγγνώμη, τι εννοείτε “αν θέλω”;» ρωτώ.
Το βλέμμα είναι επίσης ένας ιδιόμορφος συσχετισμός επιθυμίας, σκέψης και συναισθήματος. Κοιτάμε, αλλά στην ουσία μιλάμε. Ακόμη πιο σωστά, συνομιλούμε. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει πως επικοινωνούμε κιόλας. Το βλέμμα της υπαλλήλου έλεγε πολλά (ακατάλληλα κοινοποιήσεως). Οσο για τη μεταξύ μας επικοινωνία, είχε χαθεί κάπου μεταξύ δημοσιοϋπαλληλικού κώδικα δεοντολογίας και βασικών κανόνων ευγενείας.
Τα μικρά παιδιά, κυρίως τα βρέφη έως τριών ετών, δεν έχουν το αίσθημα του φόβου. Αν τα αφήσεις στο χείλος του γκρεμού, θα πέσουν αυτοβούλως. Αυτή η αίσθηση της μη απειλής, στην ανθρωπολογία ονομάζεται «μαγεία» και στον ενήλικο επιστρέφει μέσα από τον χαρακτήρα της «communita». Η κομμουνιτά (η αίσθηση του ανήκειν σε κοινότητα) μένει ριζωμένη στο άτομο από μωρό, αν και μειώνεται με το πέρασμα των χρόνων.
Είναι αυτό που λέμε απλά «ανθρωπιά» και πραγματώνεται μέσα από «τελέσεις» (αυτόν τον όρο χρησιμοποιούν οι επιστήμονες, εννοώντας από την απλή συναδελφική διαδικασία μέχρι τη μαζική διαμαρτυρία). Οταν το άτομο φεύγει από την κομμουνιτά και αγκαλιάζει την «ατομικότητα», τότε πραγματώνει «εκ-τελέσεις» (ήθους, αξιών, ζώων, ζωών κ.λπ.). Σκέφτηκα να τα εξηγήσω όλα αυτά στην υπάλληλο των ΕΛΤΑ, να έρθουμε σε μία «κομμουνιτά» τέλος πάντων, αλλά αυτό το «αν θέλω» εδώ μού στεκόταν.
Δεν ξέρω για το δικό μου όνομα, πάντως ένα βάπτισμα εξουσίας το πήρα για τα καλά… Γιατί άραγε από πουθενά δεν ακούστηκε «άξια η νεοφώτιστη»;
