Συνεχίζεται η διαπραγμάτευση της κυβέρνησης με τους εκπροσώπους των δανειστών με στόχο να ολοκληρωθεί στις βασικές της γραμμές, αν είναι δυνατόν, και αύριο.
Ωστόσο οι εξωφρενικές απαιτήσεις του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου «σαμποτάρουν» τη συμφωνία τη τελευταία στιγμή.
Πρώτα με Κατρούγκαλο…
Στη μία το μεσημέρι ο υπουργός Εργασίας θα έχει νέα συνάντηση με τους εκπροσώπους των δανειστών για το ασφαλιστικό, τα «μέτωπα» του οποίου παραμένουν ανοιχτά καθώς χθες βράδυ δεν υπήρξε σύγκλιση.
Ο Γιώργος Κατρούγκαλος αισιοδοξεί ότι μέχρι να φύγουν οι εκπρόσωποι των δανειστών κάποια από τα δομικά στοιχεία που διαφοροποιούν τις δύο πλευρές θα έχουν γεφυρωθεί, ώστε να υπάρξει μία πρώιμη έστω συμφωνία σε κάποια ζητήματα.
Αν και η κυβέρνηση ήθελε να κλείσει πρώτα τα άλλα ζητήματα (ποσοστά αναπλήρωσης, εθνική σύνταξη, προσωπική διαφορά, εκπτώσεις στις ασφαλιστικές εισφορές αγροτών και επιστημόνων) και μετά να συζητήσει για τις μειώσεις σε κύριες (πλαφόν και περικοπές σε ποσά άνω των 1.300 ευρώ) και σε επικουρικές συντάξεις (κλιμακωτές πάνω από το ποσό των 173 ευρώ). η ασφυκτική πίεση των εκπροσώπων των δανειστών επέφερε το άνοιγμα της… βεντάλιας.
Στο θέμα μείωσης των συντάξεων αυτό που κυριάρχησε και έδωσε το στίγμα της αντιπαράθεσης είναι η κάθετη άρνηση των δανειστών να δεχτούν οποιαδήποτε αύξηση των ασφαλιστικών εισφορών των μισθωτών.
Μια τέτοια προοπτική με δεδομένο και το έλλειμμα των 600 εκατ. ευρώ, που παρουσιάζει ο προϋπολογισμός του Ενιαίου Ταμείου Επικουρικής Ασφάλισης, φέρνει ως μοναδική επιλογή (αν δεχτεί αυτόν τον όρο των δανειστών η ελληνική πλευρά) τη μείωση των επικουρικών συντάξεων από το πρώτο ευρώ και μάλιστα σε δυσθεώρητα ποσοστά μειώσεων που ουσιαστικά εξαλείφουν την επικουρική ασφάλιση.
Αλλο τεράστιο χάσμα αφορά, σύμφωνα με πληροφορίες, το ποσό της εθνικής σύνταξης, το οποίο για τους δανειστές δεν μπορεί να ξεπερνά τα 320 ευρώ (και μάλιστα για 20 έτη ασφάλισης και όχι για 15 που έχει προτείνει η κυβέρνηση).
Ως εκ τούτου βάζουν και θέμα εδώ και τώρα μειώσεων στις κύριες συντάξεις που ήδη καταβάλλονται χωρίς να υπάρξει η γέφυρα της προσωπικής διαφοράς για μία τριετία (έως το τέλος του 2018 δηλαδή).
Πάντως ο κ. Κατρούγκαλος έχει καταστήσει σαφές ότι η ελληνική κυβέρνηση σε καμιά περίπτωση δεν θα δεχτεί πρόσθετες υποχρεώσεις που δεν απορρέουν από την υπογραφή του μνημονίου
…μετά με Τσακαλώτο
Θα ακολουθήσει, στις 14:00, η συνάντηση του κουαρτέτου με το οικονομικό επιτελείο, με το αφορολόγητο να αναδεικνύεται στο μεγαλύτερο «αγκάθι» της διαπραγμάτευσης.
Οι δανειστές και κυρίως η πλευρά του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου φέρεται να πιέζει για μείωσή του στα επίπεδα των 8.000 ευρώ από 9.500 ευρώ που είναι σήμερα, ενώ η κυβέρνηση διαφωνεί λόγω των επιβαρύνσεων που θα επιφέρει η μείωση αυτή ακόμη και σε χαμηλά εισοδήματα.
«Το αφορολόγητο είναι πολύ δύσκολο να αλλάξει» δήλωσε χαρακτηριστικά χθες βράδυ ο Ευκλείδης Τσακαλώτος μετά το τέλος της πολύωρης συνάντησης με τους θεσμούς.
Είχε προηγηθεί, νωρίτερα χθες το πρωί, συνάντηση των δύο πλευρών για το φορολογικό από την οποία είχαν προκύψει σημάδια αισιοδοξίας για επίτευξη συμφωνίας στην απογευματινή συνάντηση.
Αυτές δεν επιβεβαιώθηκαν, εντέλει, λόγω των διαφορών στο αφορολόγητο ποσό με αποτέλεσμα αρμόδιες πηγές μετά το τέλος της συνάντησης να κάνουν λόγω για «τζαρτζαρίσματα» αλλά και για «το νόμο του Πάρκινσον σύμφωνα με τον οποίο η γραφειοκρατία εξαντλεί όλο τον διαθέσιμο χρόνο» μέχρι να υπάρξει αποτέλεσμα.
Όσον αφορά τα άλλα θέματα της διαπραγμάτευσης για τη φορολογία, στο τραπέζι, μεταξύ άλλων, βρίσκονται οι αλλαγές στην φορολογική κλίμακα για μισθωτούς και συνταξιούχους, στο καθεστώς φορολόγησης των ενοικίων καθώς και των ελεύθερων επαγγελματιών.
Οι αλλαγές στην κλίμακα φορολογίας εισοδήματος των μισθωτών και των συνταξιούχων (κλιμάκια και συντελεστές) θα κλείσουν όταν κλείσει και το αφορολόγητο ποσό.
Για τους επαγγελματίες εξετάζεται, σύμφωνα με πληροφορίες, να φορολογούνται με την κλίμακα φορολογίας εισοδήματος που θα ισχύει για τους μισθωτούς χωρίς το αφορολόγητο.
Για τα ενοίκια παραμένει στο τραπέζι η πρόβλεψη του προγράμματος οικονομικής πολιτικής για αύξηση του συντελεστή φορολόγησης από το 11% στο 15% για τα εισοδήματα έως 12.000 ευρώ και από το 33% στο 35% για τα υψηλότερα.
