Ποτέ δεν ήταν εύκολο το πολιτικό σκίτσο του Γιάννη Καλαϊτζή. Σπανίως ήταν της μιας φιγούρας ή καρικατούρας και του ενός θέματος. Και σπανιότατα μπορούσε να το εξαντλήσει η μία και μόνη ματιά και να το προσπεράσει.
Πυκνοκατοικημένο από εικόνες και εικονίτσες, λέξεις ακέραιες αλλά και λέξεις σπασμένες και κωδικοποιημένες, δέσμευε το βλέμμα, απαιτώντας ανάγνωση, όχι σκέτο κοίταγμα.
Η υπερρεαλιστική εικονοποιία του, που πανηγύριζε διαρκώς την ελευθερία της, και το ρεαλιστικής οξύτητας και ευθύτητας κείμενο έδεναν σ’ έναν λόγο που τραυματιζόταν βαριά αν, εντυπωσιασμένος, προσπαθούσες να τον μεταδώσεις τηλεφωνικά ή να τον αναπαραγάγεις στην παρέα του τραπεζιού.
Γι’ αυτό κι έλεγες «να τον διαβάσεις».
Οχι «να τον δεις». Εκείνο το ευρηματικό «www./…», για παράδειγμα, με το οποίο εμπλούτισε τις γελοιογραφίες του στον καιρό του ίντερνετ, ήταν ένα σκίτσο μέσα στο σκίτσο.
Και μάλιστα ένα σκίτσο καμωμένο από λέξεις και καμία εικόνα. Πέντε-δέκα λέξεις που θα διδάσκουν πάντα οικονομία στους πλατειαστικά νάρκισσους του λακωνικού υποτίθεται τουίτερ.
Πως ήταν εικονοαφηγητής, και μάλιστα εικονοκλάστης εικονοαφηγητής, ένας λογοτέχνης των κόμικς, ο Καλαϊτζής το φανέρωσε ευθύς εξ αρχής, με την «Τσιγγάνικη ορχήστρα» του και το πιστοποίησε με «Το μαύρο είδωλο της Αφροδίτης» και τον «Τυφώνα».
Αν η συμβολή του στη -σχεδιαστική και όχι μόνο- ωρίμαση της ελληνικής πολιτικής γελοιογραφίας είναι αυταπόδεικτη, εξίσου αυταπόδεικτος είναι ο καθοριστικός ρόλος του στη γέννηση της ελληνικής εκδοχής των κόμικς.
Δεν θα πω «στο καλό, φίλε». Ο φίλτατος Γιάννης ήξερε ότι το καλό ήταν εδώ· είναι εδώ, όχι «εκεί». Κι όχι ετοιμοπαράδοτο, αλλά διεκδικήσιμο, απαιτητό.
Το διεκδίκησε. Το απαίτησε. Κι όχι μόνος.
Η περίπτωση της «Γαλέρας» το πιστοποιεί. Και χαίρομαι που, χάρη στη γλυκιά επιμονή του, μπορώ να λέω πως «ήμουνα κι εγώ εκεί».
*δημοσιογράφος
