Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Το πιο λυπηρό στο θέμα του Λούκου, που ανέκυψε μάλιστα από αυτήν εδώ την εφημερίδα, είναι για μια ακόμη φορά το απίστευτα χαμηλό επίπεδο του διαλόγου που προκάλεσε. Οπως, για μια ακόμη φορά, και αυτή η καταραμένη όξυνση που επήλθε μεταξύ φίλων και συναδέλφων που εργάζονται στον ίδιο χώρο, που κάθονται δίπλα στις θέσεις του φεστιβάλ, που αύριο θα χρειαστεί πιθανόν να συνεργαστούν εκ νέου.

Από την αρχή όμως ήταν φανερό πως ο Λούκος δεν ήλθε για να φέρει στον χώρο ειρήνην αλλά μάχαιραν. Τα τελευταία χρόνια -το είχαμε πει- σοβούσε στα μύχια ένας «εμφύλιος» πόλεμος, που διεξαγόταν αρχικά με τον ελαφρύ οπλισμό της κριτικής αποτίμησης και τελευταία με τον βαρύ οπλισμό των κατηγοριών για κακοδιαχείριση.

Δεν πάμε καλά. Μπορεί παρόμοια θέματα να προκαλούν αντιδικίες σε όλο τον πολιτισμένο κόσμο, πουθενά όμως αλλού μια τέτοια συζήτηση δεν θα αποκτούσε αυτόν τον χαρακτήρα. Ούτε λίγο ούτε πολύ τα στρατόπεδα διακρίθηκαν σε όσους υποστηρίζουν τον Λούκο (χωρίς αστερίσκους), οι οποίοι χαρακτηρίζονται συλλήβδην αυλικοί του φεστιβάλ, γλείφτες και σφουγγοκωλάριοι της Πειραιώς.

Και από την άλλη, σε όσους υποστηρίζουν την απομάκρυνσή του (πάλι έτσι, γενικά και αόριστα), οι οποίοι πλέον είναι φανερά συριζοφρουροί, δολοπλόκοι, κυκλωματίες κ.ά. Ειλικρινά δεν υπάρχει απλούστερος τρόπος για να ταχθεί κανείς με μια πλευρά από το να διαβάσει μερικά από τα κείμενα των εναντίων της.

Ουσιαστικά θερίζουμε τώρα ό,τι σπείραμε. Αυτό που πληρώνουμε σήμερα είναι η παράδοση της εξ ύψους τοποθέτησης ενός εκάστοτε καλλιτέχνη στον θώκο του θεσμού ως πολιτικού οργάνου. Ο Λούκος -ο όποιος «Λούκος»-, ας μην το ξεχνάμε, ούτε αξιολογήθηκε, ούτε αναμετρήθηκε, ούτε διακρίθηκε: ήλθε κι αυτός κατόπιν της γνωστής διαδικασίας, ποιος ξέρει για ποιους λόγους και κάτω από ποιες συνθήκες.

Ακόμη και ο Λούκος, αγαπητοί φίλοι, υπήρξε εκπρόσωπος ενός συστήματος παρεμβατικής, εγκάθετης πολιτικής στον χώρο της τέχνης.

Η διαφορά είναι πως σε αυτήν την περίπτωση το φεστιβάλ πέτυχε «τζακ ποτ». Πέρα από την προσφορά των προηγούμενων, η ίδια η διαδικασία ήταν έτσι φτιαγμένη ώστε να διασφαλίζει πως στη θέση του Λούκου θα έμπαινε κανονικά κάποιος «δικός μας» άνθρωπος. Και όμως, κοίτα ποιος μπήκε στη θέση του: ο Λούκος! Που με το γάντι έσφαζε… Και που με την άνεση του «σιγά μη φοβηθώ» και την αφέλεια του αυτονόητου έκανε τη δουλειά του «καλά».

Τόσο καλά μάλιστα την έκανε που στο τέλος άλλαξε τη δουλειά. Τώρα πια ο Λούκος έγινε από διευθυντής του φεστιβάλ για τους δύο μήνες του χρόνου ταγός μιας γενιάς θεατών και καλλιτεχνών, εκείνων που στα τυφλά έψαχναν μια ευκαιρία για να επενδύσουν σε κάτι αληθινά καλό, νέο και αναπάντεχο.

Ξέρετε ποιο θεωρώ το αληθινό θαύμα επί Λούκου; Την ανταπόκρισή μας στο κάλεσμά του. Πριν καλά καλά τον γνωρίσουμε, είχαμε κιόλας συγκατανεύσει κατά εκατοντάδες στα ανοίγματα της Πειραιώς (κυρίως) και της Επιδαύρου (όχι τόσο), είχαμε σταθεί σε ουρές στα εκδοτήρια, είχαμε ταλαιπωρηθεί στην Πειραιώς, είχαμε σκάσει που χάσαμε την τάδε πεντάωρη παράσταση, είχαμε κοκορευτεί που προλάβαμε την εξάωρη δείνα. Ποιο φεστιβάλ;…

Τις πρώτες χρονιές μιλούσαμε για κανονικό πάρτι, για ατέλειωτη γιορτή που οργάνωνε ο κύριος εκείνος εκεί, με το καρό πουκάμισο.

Αυτό που θέλω να πω είναι ότι ο Λούκος δεν έφερε στο φεστιβάλ μόνο παραστάσεις: είχε πετύχει να φέρει μια έκρηξη θετικής ενέργειας, κεφιού, περιέργειας, μαζί με μεταμοντέρνα ελαφράδα και ανεπιτήδευτη ευγένεια.

Εφερε και μια νέα έννοια για το ίδιο το φεστιβάλ. Το φεστιβάλ -μας έδειξε- δεν μπορεί να έχει πλέον «έδρα»: διεξάγεται παντού, σε όλα τα μέρη της Ευρώπης, με παραστάσεις-τρένα που διέρχονται από σταθμούς-θέατρα. Δεν είναι ακριβές λοιπόν ότι έδωσε στο πρόγραμμα «εξωστρέφεια»: θα ήταν ορθότερο να πούμε ότι τοποθέτησε το σύγχρονο ελληνικό φεστιβάλ στον «χάρτη συγκοινωνιών» του ευρωπαϊκού παν-φεστιβάλ.

Για τα οικονομικά της διοίκησής του θα αποφανθεί η Δικαιοσύνη. Από τη μεριά μας όμως νιώθουμε υποχρεωμένοι να θυμηθούμε και τα εξής: ας πούμε, την άμεση, σχεδόν προσωπική σχέση του με τους καλλιτέχνες, ίσως την πιο κουραστική και αφανή εργασία ενός «curator».

Είναι η σχέση που, ας μη γελιόμαστε, κράτησε όρθιο το φεστιβάλ στα τελευταία χρόνια της λειτουργίας του. Ας θυμηθούμε ακόμη ότι ο Λούκος παρέδωσε ένα αξιοπρεπέστατο πρόγραμμα, όταν είχε κάθε λόγο να κλειστεί σε έξι-επτά ελληνικές προτάσεις, εύκολες και αβανταδόρικες.

Ας προσμετρήσουμε την ενεργοποίηση της Πειραιώς (εύκολο το θεωρείτε;), την ηλεκτρονική διάθεση εισιτηρίων, την έκδοση περιοδικού, τη διαχείριση παραγωγών ειδικών απαιτήσεων, τη μεταφορά θεατών με λεωφορεία, κ.ά. Ποιος είναι πια τόσο κακόπιστος που θα κατηγορούσε ποτέ αυτό το φεστιβάλ για «κακή οργάνωση»; Και μάλιστα σε ποιους; Στους πιο τζαναμπέτες ίσως πελάτες, στους κουλτουριάρηδες θαμώνες των παραστάσεών του.

Υπάρχει και κάτι άλλο που θέλω να προσθέσω: Οποιος έχει ασχοληθεί έστω και λίγο με την υπόθεση «καλλιτεχνική κίνηση», ξέρει καλά ότι τα προγράμματα που οργάνωσε ο Λούκος τα τελευταία χρόνια είναι ακριβότερα από τον προϋπολογισμό τους.

Οι αριθμοί, απλά, δεν βγαίνουν… Είναι φανερό ότι πολλοί θίασοι δούλεψαν «κοψοχρονιά», ίσως σαν ευγενική αρωγή στη χειμαζόμενη πατρίδα μας, μάλλον από περηφάνια που παίζουν σε ένα τόσο φοβερό φεστιβάλ, μπροστά σε ένα από το πιο ενδιαφέροντα ακροατήρια του κόσμου.

Ας προσέξουμε όμως κάτι: Για τους ίδιους ακριβώς λόγους που υποστηρίζουμε τον Λούκο, μα ακριβώς για τους ίδιους, πρέπει να υποστηρίξουμε και τη συνάδελφο που έκανε τη δουλειά της.

Το τεκμήριο της αθωότητας είναι απαράβατος όρος για κάθε δικαστή, ο καλός δημοσιογράφος όμως εργάζεται με την πιθανότητα της ενοχής (κυρίως για τους κατέχοντες θέσεις εξουσίας). Από τη μεριά ενός ρεπόρτερ δεν υπάρχει κάτι χειρότερο από το να κρύψει την είδηση που θα αποτελέσει πιθανόν την «αποκάλυψη», αυτήν που θα γκρεμίσει τον όποιο «Λούκο» από το στερέωμα του αγίου στο οποίο έχει αναχθεί από εμάς, τους πολλούς.

Είπαμε: Σημασία δεν έχει μόνο να σου τύχει ένας «Λούκος». Πρέπει και να τον αξίζεις. Και τον αξίζεις όταν πιστεύεις σε ένα σύστημα αξιοκρατίας και ελέγχου στον χώρο (και) του πολιτισμού.

Πώς θα γίνει αυτό; Με μια ανοικτή διαδικασία επιλογής, που θα έχει διεθνή προσανατολισμό και επιτροπή αξιολόγησης, χωρίς άνωθεν παρέμβαση. Ας στείλουν όσοι ενδιαφέρονται τις αιτήσεις τους από όλο τον κόσμο. Και τότε θα δούμε πόσοι από εκείνους που προαλείφονται σήμερα για τη θέση του Λούκου θα επιμείνουν.

Τον ίδιο τον Γιώργο Λούκο δεν τον ξέρω σχεδόν καθόλου. Είχα την τύχη ωστόσο να γνωρίσω παλιότερα τον υπουργό Πολιτισμού, τότε που τον βασάνιζα με τις φιλοσοφικές μου ακυριολεξίες. Αν δεν έχει αλλάξει κάτι στα χρόνια που πέρασαν, ανακαλώ έναν (βαρύθυμο) άνθρωπο ξεχωριστής ευφυΐας, ακεραιότητας και κάποιας φιλοσοφημένης απόστασης από την αγορά και τους θορύβους της. Μου φαίνεται περίεργο ένας τέτοιος να περιμένει από εμένα την αποτίμηση του Λούκου, να μην ξέρει το βάρος της υπόθεσης ή να άγεται από καλλιτέχνες του ευρύτερου περίγυρου.

Αν συμβαίνει αυτό, δεν πάμε καθόλου καλά. Σήμερα, ο πιο ευχαριστημένος θα πρέπει να είναι μάλλον ο απελθών διευθυντής. Τέτοια πλατιά στήριξη είναι το όνειρο κάθε εργάτη της τέχνης. Οσο για τις κατηγορίες εναντίον του, κάτι μου λέει πως εν τέλει θα καταπέσουν. Δουλειά έχει. Και για τη θέση του στην Αθήνα, ε, δέκα χρόνια μετά, θα μπορούσε να είναι δική του υποχρέωση να προετοιμάζει τον διάδοχό του.

Θα φανώ αφελής, αλλά εκείνον που ειλικρινά λυπάμαι είναι τον επόμενο. Με τι κονδύλι, ποια αναγνώριση και τι στήριξη θα αναλάβει τη θέση του; Πώς θα λειτουργήσει την Πειραιώς; Και πώς θα εμπνεύσει τους καλλιτέχνες;…

Προφανώς η κυβέρνηση κατάφερε να μετατρέψει για ένα μεγάλο μέρος της κοινής γνώμης το ζήτημα σε κάτι σαν «λούκοσγκεϊτ» εναντίον της. Αν η ίδια είχε εξαρχής θέσει τα πράγματα στη σωστή βάση, αν αντί να μετατρέψει μια δημοσιογραφική αποκάλυψη σε άρον άρον σημαία ηθικής κάθαρσης, τα πράγματα θα ήταν καλύτερα…

Τώρα ένα μόνο φαίνεται πως απομένει: να δείξει ότι τουλάχιστον εγγυάται ένα σύστημα αξιοκρατίας που θα αναδείξει τον νέο διευθυντή του φεστιβάλ. Εναν καλλιτέχνη τόσο άξιο ώστε να επαληθεύσει διάπλατα την προσφορά του Γιώργου Λούκου. Να συνεχίσει το έργο του. Και να καλλιεργήσει τη νέα παράδοση που δημιούργησε.