Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Εν έτει 2016, στην ευρωπαϊκή Ελλάδα της οικονομικής κρίσης, στην Αθήνα των τελικά όχι λίγων αιθουσών μουσικής, επιβιώνει μόνον ένα κουαρτέτο εγχόρδων με τακτική συχνότητα εμφανίσεων: το «L’ anima». Κατά τις τέσσερις Κυριακές του Φεβρουαρίου, στην υπόγεια αίθουσα του Beton, οι βιολονίστριες Στέλλα Τσάνη και Μπρουνίλντα-Ευγενία Μάλο, ο βιολίστας Ηλίας Σδούκος και η τσελίστρια Λευκή Κολοβού προγραμμάτισαν ισάριθμες συναυλίες με πλούσιο, ιδιαίτερα ενδιαφέρον πρόγραμμα, που περιλάμβανε έργα μουσικής δωματίου παλαιότερων και νέων Ελλήνων συνθετών.

Αρκετά έργα ακούστηκαν σε πρώτες παγκόσμιες εκτελέσεις. Μαζί τους συνέπραξαν οι μουσικοί Τίτος Γουβέλης (πιάνο), Γιάννης Τσελίκας (όμποε), Γιώργος Αρνής (κοντραμπάσο), Γιάννος Γιοβάνος (τσέλο) και Μάνος Γουβέλης (βιόλα). Τις συναυλίες παρακολούθησε κοινό με ειδικά ενδιαφέροντα, που γέμισε την ούτως ή άλλως περιορισμένων διαστάσεων υπόγεια αίθουσα.

Στα έργα με καταβολές/αναφορές στην εθνική σχολή, που ακούστηκαν στις 7/2/2016, περιλαμβάνονταν η γαλλοϊταλικής σαλονίστικης κομψότητας «Σουίτα για κουαρτέτο εγχόρδων» του Λαυράγκα, το αυστηρό, ιδιόφωνου μοντερνισμού «Κουαρτέτο αρ.5» (1974) του Δραγατάκη με τα ηπειρώτικα ακούσματα, η μουσική νουβέλα για κουαρτέτο εγχόρδων «Μπήκαν τα γίδια στο μαντρί» του Θωμά Μπακαλάκου, σύνθεση αφιερωμένη στον Αλέκο Ξένο, που συνδυάζει ισορροπημένα τον δωδεκαφθογγικό ήχο με θύλακες παραδοσιακών ακουσμάτων, και, τέλος, το τριμερές, εθνικοσχολικού χαρακτήρα «Σεπτέτο για έγχορδα» (1932) του Αντίοχου Ευαγγελάτου.

Εργο ιδιαίτερο και ενδιαφέρον, το τελευταίο διαθέτει πολλές γοητευτικές σελίδες απ’ όπου αναδίδονται όμορφα ενσωματωμένα βυζαντινά ακούσματα και παραδοσιακοί ρυθμοί, ωστόσο έχει προβλήματα γραφής που, πιθανότατα, να επιλύονται με πολύ πιο επεξεργασμένη εκτέλεση.

Εκτός των παραπάνω, παρουσιάστηκαν τρία νεότερα λυρικά κομμάτια με χαρακτήρα που προσέγγιζε το soundtrack: η μεταρομαντικού στίγματος «Μουσική για πέντε» για κουαρτέτο εγχόρδων και όμποε (2004) του πρόωρα χαμένου Φάνου Δυμιώτη, οι ελεύθερα πολυστιλιστικές «Παλιές φωτογραφίες» για κουαρτέτο εγχόρδων και όμποε του Κωνσταντίνου Λυγνού (2015), αφιερωμένες στη μνήμη του Γιάννη Κωνσταντινίδη, και το μινιμαλίζον, αρθρωτό «Κουαρτέτο αρ.4 – Travel diary» (2015) του Γιώργου Δούση, γραμμένο για τα 20χρονα των «L’ anima» και αφιερωμένο από τον συνθέτη στον Μ. Καραγάτση.

Στις 14/2/2016 η βραδιά ξεκίνησε με το σύντομο «Κουαρτέτο αρ.2» (2003) του Λεωνίδα Κανάρη, έργο μινιμαλίζοντος χαρακτήρα, αφιερωμένο στον Δραγατάκη, γειωμένο στην ηπειρώτικη μουσική παράδοση μέσα από συμβολικές φιλοξενίες/ενθέσεις φολκλορικών μουσικών ακουσμάτων.

Ακολούθησαν τρία έργα με φωνή, τελείως διαφορετικά μεταξύ τους. Πρώτα δόθηκαν τα αφιερωμένα στον Δημήτρη Μητρόπουλο «Τραγούδια για την ειρήνη» (1982), γραμμένα για κουιντέτο εγχόρδων και μεσόφωνο από τον Αλέκο Ξένο επάνω σε ποίηση Παλαμά, Ευριπίδη, Αριστοφάνη και Βακχυλίδη.

Πρόκειται για συνειδητά στρατευμένο έργο, στο οποίο συνδυάζεται επί ελληνικού εδάφους η επιταγή της επικοινωνιακής αμεσότητας του σοσιαλιστικού ρεαλισμού με ακούσματα οικεία καθ’ ημάς, όπως το ψαλτικό ήθος των βυζαντινών ύμνων, η εμφαντική ρητορική και το ύφος της μουσικής για παραστάσεις τραγωδίας· κάποτε, σε ενδιαφέρουσα αντιστοιχία, το αποτέλεσμα μοιάζει να συγγενεύει και με τον ήχο ενός Γκόρετσκι! Τα τραγούδια απέδωσε με πλούσια, βελούδινη φωνή, αλλά μέτρια άρθρωση, η μεσόφωνος Μαρία Κατσούρα.

Τεχνική άνεση και ζωντάνια

Ακολούθησε ο εν εξελίξει κύκλος τραγουδιών «Μεταρσιώσεις αγάπης» για κουιντέτο εγχόρδων, πιάνο και υψίφωνο (1988/2015) του Ιάκωβου Κονιτόπουλου, σε ποίηση Καβάφη, Βρεττάκου, Βάλβη-Μυλωνά και του ιδίου.

Αφιερωμένα στον Χατζιδάκι, τα έξι ατμοσφαιρικά τραγούδια κινήθηκαν άλλοτε στο χατζιδακικό ιδίωμα άλλοτε έτειναν προς μουσική για το θέατρο, ενώ ένα εξ αυτών ήταν εναρμόνιση παραδοσιακού ζακυνθινού νανουρίσματος. Τα απέδωσε αξιοπρεπώς η υψίφωνος Σοφία Παπαδημητροπούλου.

Η βραδιά ολοκληρώθηκε με το εκτενές «Κουιντέτο με πιάνο και φωνή» (1912) του Μανώλη Καλομοίρη. Πρόκειται για έργο πληθωρικό και πλατειάζον, δομικά και στιλιστικά ετερόκλιτο, ταυτόχρονα όμως με θαυμάσιες λυρικές σελίδες, ειδικά στο αργό φωνητικό μέρος, σε ποίηση Μαβίλη («Η λήθη»).

Γενικώς, οι εκτελέσεις διέθεταν τεχνική άνεση και υπερχειλίζουσα ζωντάνια, ωστόσο τα ειδικών απαιτήσεων, κάπως άνισα έργα, όπως το «Κουιντέτο» του Καλομοίρη και το «Σεπτέτο» του Ευαγγελάτου, χρειάζονταν περισσότερη βοήθεια, με μεγαλύτερο φινίρισμα και εμβάθυνση.

Οφείλουμε να επισημάνουμε ότι, λόγω περιορισμένης ηχοχωρητικότητας, η αίθουσα του Beton προβάλλει οριακά μόνον κατάλληλη για σχήματα μουσικής δωματίου άνω των δύο οργάνων: οι ισορροπίες δυναμικής παραμορφώνονται και η ένταση του ήχου καθίσταται εύκολα εκκωφαντική. Ασυζητητί, μείζον κέρδος για τους ακροατές υπήρξε η ζωντανή γνωριμία με τα ίδια τα έργα, τα περισσότερα των οποίων σπάνια παρουσιάζονται ή εξακολουθούν να παραμένουν εκτός δισκογραφίας, ενώ κάποια δόθηκαν σε πρώτες παγκόσμιες εκτελέσεις.

Επιπλέον, η (αντι)παράθεση μειζόνων συνθέσεων της Εθνικής Σχολής προς έργα της μεταπολεμικής περιόδου ή και σύγχρονα φωτίζει με πολύ ενδιαφέροντα τρόπο συγγένειες, καταβολές, συνέχειες και ασυνέχειες στη ροή εξέλιξης της ελληνικής μουσικής.

Σε αυτή τη βάση θα ήταν, βεβαίως, εξίσου ενδιαφέρον, χρήσιμο αλλά και ελκυστικό για ένα γενικότερο ακροατήριο αν, αντί για αμιγώς ελληνικά προγράμματα, προσφέρονταν μικτά, στα οποία οι συνθέσεις των Ελλήνων δημιουργών θα ακούγονται δίπλα σε αυτές σύγχρονων ή στιλιστικά συγγενών ξένων: π.χ. Καλομοίρης μαζί με Πιερνέ ή Σοσόν, Ξένος μαζί με Σοστακόβιτς, Σκαλκώτας μαζί με Μπεργκ ή Μπάρτοκ, οι νεότεροι μαζί με μινιμαλιστές κ.ο.κ.