Μάχη χαρακωμάτων μπορεί να χαρακτηριστεί μέχρι στιγμής η αντιπαράθεση με αφορμή το ασφαλιστικό.
Η κυβέρνηση παραμένει στις θέσεις της, καθώς δεν φαίνεται να βρίσκει συμμάχους ή συνομιλητές στα κόμματα ή στις κοινωνικές-επαγγελματικές ομάδες που διαμαρτύρονται, παρά το γεγονός ότι δεν υπάρχει ούτε ένας πολίτης που να πιστεύει ότι το ασφαλιστικό σύστημα -έτσι όπως έχει καταντήσει- είναι βιώσιμο.
Η αντίδραση της κοινωνίας μπορεί να γίνει εύκολα κατανοητή. Το κόστος καλούνται πάλι να πληρώσουν τα φτωχά λαϊκά στρώματα, είτε είναι αγρότες, είτε εργάτες, είτε επιστήμονες, είτε συνταξιούχοι.
Κανείς δεν μπορεί να ζητήσει από εκείνους που πληρώνουν συνέχεια την κρίση να το πράττουν αγόγγυστα κάθε φορά που τους υποχρεώνουν να το πράξουν.
Δεν είναι όμως καθόλου κατανοητή η στάση των κομμάτων της Βουλής που κυβέρνησαν τη χώρα, από τη μεταπολίτευση μέχρι πριν από έναν χρόνο, όταν ζητούν από την κυβέρνηση να αποσύρει την πρότασή της χωρίς να έχουν να αντιπροτείνουν κάτι διαφορετικό.
Δεν είναι κατανοητή η στάση των πολιτικών δυνάμεων που, ενώ κατηγορούν την κυβέρνηση ότι έφερε τη χώρα στο χείλος της εξόδου από το ευρώ, αρνούνται να συμβάλουν σε μια μεταρρύθμιση η οποία είναι υποχρεωτική για να μην επανέλθουν τα σενάρια για έξοδο από την Ε.Ε. και άτακτη χρεοκοπία.
Θα περίμενε κανείς από αυτές τις δυνάμεις -στη βάση των θέσεων που διακηρύσσουν- να υιοθετήσουν εποικοδομητικό ρόλο ώστε η κυβέρνηση να χειριστεί το θέμα απέναντι στους δανειστές με τη μεγαλύτερη δυνατή πολιτική συναίνεση.
Η σχέση κοινωνίας και πολιτικής ήταν και παραμένει αμφίδρομη. Οι ανάγκες της κοινωνίας επιδρούν στην πολιτική και η πολιτική διαμορφώνει τους όρους με τους οποίους κινητοποιούνται οι κοινωνικές δυνάμεις. Δυστυχώς, για δεκαετίες η κοινωνία διαμόρφωνε αιτήματα και συμπεριφορές με κύριο στοιχείο τους τη διαμαρτυρία – όχι σπάνια με στείρο τρόπο.
Αντίστοιχα, οι πολιτικές δυνάμεις που φιλοδοξούσαν να κυβερνήσουν -κατά κανόνα- ενσωμάτωναν αυτή τη διαμαρτυρία, την ενίσχυαν με υποσχέσεις, ενώ δεν την εμπλούτιζαν με συγκροτημένα και μελετημένα πολιτικά προγράμματα. Η συνέχιση αυτής της πρακτικής -όπως φάνηκε και χθες στη Βουλή- δεν οδηγεί πουθενά.
